Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηρακλειο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηρακλειο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Το Ηράκλειό μου που τόσο λατρεύω...







Νίκου Καζαντζάκη:  " Ο Καπετάν Μιχάλης"
...; Κοίταξε ζερβά του κατά το λιμάνι - τα καΐκια, τις βάρκες, τη θάλασσα. Ως πέρα ο μόλος βούιζε. έμποροι, μαρινάροι, βαρκάρηδες, χαμάληδες πηγαινόρχουνταν ανάμεσα σε λαδοβάρελα και κρασοβάρελα και σωρούς χαρουπιά και φώναζαν, βλαστημούσαν, φόρτωναν, ξεφόρτωναν αραμπάδες. βιάζουνταν, πριν τσακίσει ο ήλιος και σφαλίξει η καστρόπορτα, να νετάρουν. Κουφόβραζε η θάλασσα, μύριζε το λιμάνι σαπημένα κίτρα, χαρούπι και κρασόλαδο. δυο τρεις μεσοκαιρίτισσες Μαλτέζες, βαμμένες με το μυστρί, ορθές στο μουράγιο, βραχνοκακάριζαν κι έκαναν νοήματα σε μιαν κοιλάρα μαλτέζικη ανεμότρατα που κατάφτανε φορτωμένη ψάρι. ...;

...; Ο καπετάν Μιχάλης είχε καρφωμένα τα μάτια του στο μεγάλο Κούλε, φαρδύ γεροδεμένο πύργο, δεξά ως μπαίνουμε στο λιμάνι, με το μαρμαρένιο στο στήθος του φτερωτό λιοντάρι της Βενετίας. Όλο το Μεγάλο Κάστρο ήταν περιτριγυρισμένο με άγρια πυργοδεμένα μπεντένια, που τα 'χαν χτίσει στον παλιό βενετσιάνικο καιρό οι χριστιανοί ραγιάδες και τα 'χαν ποτίσει Βενετσιάνοι, Τούρκοι, Ρωμιοί, με το αίμα τους. Εδώ κι εκεί αποκρατούσαν ακόμα, σφηνωμένοι απάνω τους, ποτέ οι πέτρινοι λιόντες της Βενετιάς, που έσφιγγαν στ' αγκρίφια τους το Βαγγέλιο, ποτέ οι τούρκικοι μπαλτάδες που καρφώθηκαν στις ντάπιες, την αιματηρή χινοπωριάτικη μέρα που οι Τούρκοι, ύστερα από χρόνια και χρόνια ανέλπιδο μπλόκο, πάτησαν το Μεγάλο Κάστρο. Τώρα, ολούθε, γκρεμόχορτα φυτρώνουν ανάμεσα στις ξεχαρβαλωμένες πέτρες, αγριοσυκιές και τσουκνίδες και κάππαρη.
Ο καπετάν Μιχάλης, κατέβασε τα μάτια, έπιασε τα ριζοθέμελα του Κούλε. οι φλέβες στα μελίγγια του φούσκωσαν, αναστέναξε. Στα θεμέλια ετούτα, εκεί που χτυπάει το κύμα, ήταν το καταραμένο μπουντρούμι, όπου γενεές και γενεές χριστιανοί πολέμαρχοι, αλυσοδεμένοι χεροπόδαρα είχαν λιώσει. Δεν μπορεί μαθές το κορμί, όσο και να 'ναι δυνατό να σηκώσει τη ψυχή του Κρητικού, δεν  μπορεί ...; Έχω παράπονο του Θεού  που δεν μας έκανε ατσαλένια τα κορμιά των Κρητικών, να μπορούμε να βαστάξουμε εκατό, διακόσια, τρακόσια χρόνια, όσο να λευτερώσουμε την Κρήτη. κι ύστερα, ας γενούμε μπούλβερη και κουρνιαχτός. ...;


Νίκου Καζαντζάκη:  "Αναφορά στον Γκρέκο"


...; Και να, μια μέρα τα ήσυχα νερά κουνήθηκαν. ένα πρωί, ένα βαπόρι σημαιοστόλιστο φάνηκε να μπαίνει στο λιμάνι. όσοι Καστρινοί βρέθηκαν στο λιμάνι απόμειναν με το στόμα ανοιχτό. Τι 'ταν αυτή η πολύχρωμη, πολύφτερη σημαιοστόλιστη βάρκα που γλιστρούσε ανάμεσα από τους δυο βενετσιάνικους πύργους, στην μπασιά του λιμανιού, και κατάφτανε; Μήστητί μου, Κύριε! Ο ένας έλεγε πως είναι πουλιά, ένας άλλος πως είναι ανθρώποι ντυμένοι μασκαράδες, κι άλλος πως είναι πλεούμενο περβόλι, από εκείνα που είδε σε μακρινές ζεστές θάλασσες ο Σεβάχ ο Θαλασσινός. Όποτε μια αγριοφωνάρα ακούστηκε από τον καφενέ του λιμανιού: «Μωρέ, καλώς τα μπελερίνια!» Ολομεμιάς όλοι ανάσαναν, κατάλαβαν. είχε κιόλας ζυγώσει πια η βάρκα, έβλεπες τώρα καθαρά πως ήταν φορτωμένη γυναίκες ντυμένες παρδαλά, με καπέλα, με φτερά, πολύχρωμα μπελερίνια, κι ήταν τα μαγούλα βαμμένα παπαρούνες. Οι  γέροι Κρητικοί, να τις δουν, έκαναν το σταυρό τους. Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά! κι έφτυναν στον κόρφο τους. Τι γύρευαν εδώ; εδώ 'ναι το ξακουσμένο Κάστρο, τέτοια ρεζιλίκια δε σηκώνει! ...;

...; Στα παλιά εκείνα ηρωικά χρόνια, το Μεγάλο Κάστρο δεν ήταν ένα μπουλούκι σπίτια, μαγαζιά και στενοσόκακα, στριμωγμένα σ' ένα ακρογιάλι της Κρήτης, μπροστά από ένα ακατάπαυστα αγριεμένο πέλαγο. κι οι ψυχές που το κατοικούσαν δεν ήταν ακέφαλο ή πολυκέφαλο ρέμπελο τσούρμο από άνδρες και γυναικόπαιδα που σπατάλευαν όλον τους τον αγώνα στις καθημερινές έγνοιες του ψωμιού, του παιδιού, της γυναίκας. Άγραφτη αυστηρή τάξη τους κυβερνούσε. κανένας δε σήκωνε αντάρτικο κεφάλι στο σκληρό από πάνω του νόμο. Κάποιος απάνω από το κεφάλι του έδινε προσταγές. Αλάκερη η πολιτεία ήταν ένα φρούριο, η κάθε ψυχή ήταν και αυτή ένα φρούριο αιώνια πολιορκούμενο κι είχε καπετάνιο έναν άγιο, τον Άγιο Μήνα, το προστάτη του Μεγάλου Κάστρου. ...;

  Γαλάτειας Καζαντζάκη: "Άνθρωποι και υπεράνθρωποι"
...; Τον τόπο τον έζωναν ολοτρόγυρα αψηλά κάστρα, με μεγάλες σιδεροδεμένες Πόρτες στις τέσσερις μεριές της πολιτείας. Οι τρεις έβγαζαν στην έξοχη. Η τέταρτη η Πόρτα του λιμανιού απ' όπου έφευγες με τα καραβιά. Τις άνοιγαν με την ανατολή του ήλιου και τις κλειούσαν με τη δύση του. Οι αργοπορημένοι ξωμάχοι, όσοι δεν προφτάνανε την πόρτα ανοιχτή το βράδυ, ξενυχτούσαν σε χάνια. Για να μπεις ή να βγεις στην πολιτεία, περνούσες από βουερές θολωτές στοές. Μόλις έμπαινες, αν έξω έκανε ζεστή και έκαιγε ο ήλιος, σε έπιαναν σύγκρυα, κι αν ήτανε χειμώνας, ένιωθες ζεστασιά. ...;

...; Οι αχτές, στα θεμέλια του κάστρου, ήτανε αγριότατες. Πελώρια βραχιά, όλο σπηλιές, με λιγοστές αμμουδιές που και που. Όταν ξεσπούσε η τρικυμία τα κύματα στο ξέφρενο πηγαινέλα τους καβαλούσαν το κάστρο. Κύματα βουνά, που το δέρναν με λύσσα, λες και βάλθηκαν να το γκρεμίσουν. Ευτύς με το φθινόπωρο, οι εξοχές γιόμιζαν κάθε λογής λουλούδια. Κίτρινους κρόκους, άγριες τουλίπες, τριανταφυλλιά σαλέπια, μέλισσες, παγωνιές, νεραγκούλες και πολύχρωμες ανεμώνες. Αυτές πια πλημμυρούσαν τους οχτούς των μονοπατιών ένα γόνατο ψηλές. Δάση από ελιές ως εκεί που φτάνει το μάτι, και πέρα η θάλασσα. Η πάντα ανήσυχη θάλασσα του νησιού, και μπορεί η πιο ωραία στον κόσμο. ...;




Γαλάτειας Καζαντζάκη: "Εντυπώσεις και αναμνήσεις"
...; Είμαστε μια παρέα νέα παιδιά τότε. Γύρω μας, τα βενετσιάνικα κάστρα έζωναν την υγρή τουρκόπολη που ζούσαμε. Τα σοκάκια της στενά, τα σπίτια κλεισμένα κι' αυτά μ' αψηλούς αυλότοιχους.  Εμείς όμως ανεβαίναμε ψηλά στα μπεντένια και βλέπαμε την πιο ωραία θάλασσα ν' απλώνεται ατελείωτη, ή περνούσαμε τις σιδερένιες καστρόπορτες και βγαίναμε στην έξοχη με το λιπαρό καρπερό χώμα και τις χιλιάδες τα λοίσιμα λουλούδια, τα πουλιά και τα δέντρα. ...;



Στρατή Μυριβήλη: "Το Μεγάλο Κάστρο" - Συλλογή ταξιδιωτικών κειμένων με τίτλο "Απ' τη Ελλάδα" εκδ. Εστία
...; Καινούργιες ορδές από Σαρακηνούς έρχονταν από τα αραβικά κράτη της Ισπανίας, της Σύριας και της Αφρικής, δυνάμωναν τους πρώτους επιδρομείς και έκαμαν το Χάνδακα και όλη την Κρήτη φοβερή κουρσάρικη φωλιά. Από δω ξεκινούσαν αρμάδες που λήστευαν και ρήμαζαν τα ελληνικά νησιά και τις ακρογιαλιές μας. Οι αρμάδες αυτές αποτελούνταν από αμέτρητα μικρά γοργοτάξιδα καΐκια που διέτρεχαν το Αιγαίο με κατάμαυρα πανιά. Σαν κοπάδι μαύρα θαλασσινά όρνια χιμούσαν καταπάνω στις ελληνικές παραθαλάσσιες πολιτείες και πίσω τους άφηναν το χαλασμό, τη φρίκη, και την απόγνωση...;

 Οδυσσέα Ελύτη: Η ΓΕΝΕΣΙΣ  - από τη συλλογή "Το Άξιον Εστί"
...; Και το νέφος εχώρισαν στα δυο Και αυτό πάλι στα τέσσερα
και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν στο βορρά
Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά και αγέρωχος ο μέγας Κούλες
Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη



 ΑΥΤΟΣ ο πρώτος ύμνος. ...;
Βαγγέλη Γρατσέα: "Ο Βαρκάρης του Κάστρου" - Εκδόσεις ΚΝΩΣΟΣ Ηράκλειο 1982
...; Τ' ανεμοδάρματα του παγωμένου βοριά νεκρώσανε όλη την κίνηση στο λιμάνι. Το ποστάλι που καρτερούσαμε να φουντάρει άγκυρα στις δέκα το πρωί, άραξε στη Μήλο. Της θάλασσας το στοιχειό ήταν σήμερα πεινασμένο. Λύσσαξε το κύμα. Δεν έβρισκε να φάει καράβι στ' ανοιχτά και χίμηξε στη στεριά. Ορμούσε αφρίζοντας. Καβαλούσε τον μεγάλο Κούλε πασκίζοντας να τον γκρεμίσει. Νεροποντή με χοντρές νεροσταλίδες ερήμωσαν το δρόμο της αχτής. ...;

...;Για απόκριση χαμογέλασα. Έκοψα τη βάρκα ανατολικά και δένω στην άκρα του μικρού Κούλε μπροστά στη μικρή καστρόπορτα που οδηγάει στις πολεμίστρες και στη στεργιά. Έριξα μπασμό. Σε κάμποσο μαζεύτηκαν κεφαλόπουλα και αρχινώ το ψάρεμα. Τι χοροπηδήματα ήταν ετούτα! Κάθε ψάρι που τραβούσα μιλούσε μαζί του ρωτώντας αν πονάει. Η γαλήνη της μέρας ετούτης ήταν συναυλία χαράς με κορυφαία τη Βιολέτα. Πιάσαμε πολλά ψάρια. Γέμισε το καλάθι. ...;

 Ζαν Κοκτω: "Ελληνικό ημερολόγιο" - μετάφραση Θ. Νιάρχος - εκδ. Καστανιώτη 1986
  
  ...; Η ασχήμια του Ηρακλείου Κρήτης έχει τούρκικη προέλευση. Αγκυροβολήσαμε σε ένα ερειπωμένο λιμάνι, ανάμεσα σε μηχανήματα που το ανακατασκευάζουν. ...;

...; Πράσινη θάλασσα κι ένα άγριο νησί αντίκρυ στην Κρήτη, νησί που το σχήμα του και το χρώμα του είναι ίδια με κείνα των νεαρών πριγκίπων και των ωραίων κυρίων που συναντά κανείς στους τοίχους της Κνωσού. ...;




Γιώργη Γιατρομανωλάκη: "Επίσκεψη της  (υπαρκτής) Πόλεως των Ηρακλειωτών" - Από το μυθιστόρημα "Ανωφελές διήγημα" - 1993
...; Η πόλη κείται στο κέντρο περίπου των βόρειων παραλίων της νήσου μου, βρίσκεται δηλαδή (για έναν που στέκεται όρθιος απέναντί της) σχεδόν σε ίση απόσταση από το έσχατο δυτικό και το έσχατο ανατολικό άκρο της Κρήτης. Προς βορράν βρέχεται από τα νερά του εράσμιου κόλπου που φέρει το όνομα της και οι θαλάσσιοι άνεμοι ακόμη και σήμερα τη βρέχουν και τη σαρώνουν (αλλά δεν την ανασταίνουν). Όμως η πόλη δεν έχει χτισθεί στον εσώτατο μυχό του ομώνυμου κόλπου, όπως κάποιος βιαστικός θα περίμενε. Αντίθετα, έχει μεταφερθεί λίγο ανατολικά, εμπρός σε πέλαγος ανοιχτό (βαθύ, μαύρο, μπλε) για δυο λόγους, όπως συμπεραίνω: επειδή από το σημείο αυτό η πρόσβαση στην ενδοχώρα είναι ευκολότερη, ενώ συγχρόνως η πόλη μπορούσε, όπως φρόνιμα έκριναν οι πρώτοι της κάτοικοι (σοφοί προγονοί μου!), αποτελεσματικότερα εδώ να προστατευθεί από τους αλλόφυλους και βαρβαρικούς επιδρομείς. ...;

 

Άρη Σφακιανάκη: "Το Μεγάλο Κάστρο" - Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 15/8/2000
...; Στο λιμάνι του Ηρακλείου καταπλεύσαμε ξημερώνοντας. Ένας βραχνός καμαρότος μας ενημέρωσε ευσύνοπτα περί της αφίξεως. Πηδήξαμε νυσταγμένοι από τις κουκέτες μας.
Από το κατάστρωμα του πλοίου η Χριστίνα αγνάντευε μορφάζοντας με δυσαρέσκεια την πόλη. Εγώ πάλι έβρισκα το θέαμα εξαιρετικό.
«Κοιτά τον Κούλε», έδειξα, «το κάστρο το ενετικό που κράτησε μια πολιορκία επί είκοσι ένα χρόνια πριν πέσει το Ηράκλειο στους Τούρκους. Κάποτε, σαν ήμασταν μικροί, κάναμε μπάνια στο μυχό του. Αργότερα, τη δεκαετία του '70, το κάστρο άνοιξε τις πύλες του στο κοινό κι εκεί γνωρίσαμε, στις σκοτεινές του κάμαρες και στα γεμάτα πέτρινα βόλια λαγούμια του, τους έρωτες τους εφηβικούς». Η Χριστίνα με κοίταξε με απαρέσκεια. Το έβρισκε μάλλον κακόγουστο ένας σαραντάρης να αναφέρεται πρωί πρωί στην εφηβεία.
«Κι εκείνα εκεί», έδειξα πιο πέρα, «αυτά που μοιάζουνε με κονδυλώματα στην  τείχιση είναι τα Νεώρια», απήγγειλα, «εκεί όπου επισκευάζανε παλιά τα πλοία. Ο δήμος προτίθεται να τα αναδείξει», πρόσθεσα σεμνά.
«Ναι μόνο που αργεί λιγουλάκι», παρατήρησε η διαρκώς εναντιούμενη φίλη μου. «Την ίδια εικόνα παρουσίαζαν και πριν τόσα χρόνια που είχα ξαναπεράσει» ...;.


Γιώργου Ξενάριου: "Σμιλεύοντας το φως" - εκδ. Καστανιώτη 2001

...; Και είδε. Είδε από το πετρόχτιστο παράθυρο έξω τη πόλη, μακριά, την Οβριακή, το λιμάνι με τα μεγάλα εμπορικά και τις βάρκες, και λίγο πιο μέσα τους αρσανάδες με τους μεγάλους θόλους, δυτικά τον Άγιο Φραγκίσκο και το Παλάτσο Ντουκάλε, και στο τέλος, εκεί που το μάτι δεν έβλεπε πια άλλο, τα τείχη, την πύλη του Ιησού και τη μικρή πόρτα που έβγαζε στον Δερματά. Είδε του ανθρώπους να κινούνται, άλλοι πολυάσχολοι να τρέχουν στις δουλειές τους, άλλοι βαριεστημένα να περπατούν για να γεμίσουν έναν χρόνο που μόνο η απραξία γέμιζε ως εκείνη τη στιγμή, τους εργάτες στο λιμάνι. Παραμορφωμένα όλα αυτά καθώς ανάμεσα στα μάτια και το αντικείμενο της όρασης του παρεμβάλλονταν οι ατμοί που σ' εκείνο το σημείο, στην οροφή της αίθουσας ήταν πιο πολλοί και πυκνοί, παραμορφώνοντας εντελώς την όραση. ...;     

Ρέας Γαλανάκη: Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων - εκδ. Καστανιώτη 2002
...; «Το μέγαρο των Καλοκαιρινών χτίστηκε πάνω στα τειχιά για να βιγλίζει πρώτο και καλύτερο τα πλοία που πηγαινοέρχονται, τα εμπορικά και τα πολεμικά, είμαι σίγουρος για τούτο», σκέφτηκε ο δάσκαλος. Άκουγε τον Μίνωα Καλοκαιρινό παρακολουθώντας με την άκρη του ματιού τη σγουρή μολυβιά από το φουγάρο ενός ατμόπλοιου πάνω στον μπλάβο ουρανό, που το χρώμα του έσβηνε καθώς έσβηνε και τούτη η μέρα. Αυτό ήταν το πρώτο μεγάλο κτήριο που ξεμύτισε από τον πυκνό βενετσιάνικο ιστό της γεμάτης εσωστρέφεια πόλης, το πρώτο λευκό μαρμαρένιο κτίσμα που δήλωσε με τέτοια παρρησία την ελληνικότητά του μέσα στο οθωμανικό Ηράκλειο - μια πόλη που μπέρδευε ακόμη τα ονόματά της: Χάνδαξ, Κάντια, Κάστρο, Μεγάλο Κάστρο, και το πρόσφατο, πλην αρχαιοελληνικό, Ηράκλειο, ενώ στην ύπαιθρο ακουγότανε και Χώρα. Ένα παλίμψηστο πολέμων, κατακτήσεων, πολιτισμών και ονομάτων, πασιφανών αληθειών μα και καλά γραμμένων μυστικών, όπως συμβαίνει με αρκετές παραθαλάσσιες πόλεις της Μεσογείου, που δεν μπορούν να αναγνωρίσουνε αμέσως όλα τα προυκιά της μνήμης τους, όλους του γάμους τους με τους εκάστοτε ηγεμόνες, όλους τους εραστές που έτυχε να τις πολιορκήσουν. «Και σωστά έπραξαν ως άρχοντες, αυτό απαιτεί ο ρόλος του πιο πλούσιου εμπορικού οίκου της νήσου και τα προξενικά προνόμια της οικογένειας», παραδέχτηκε ο δάσκαλος με το μάτι στο ατμόπλοιο που άλλαξε ρότα για να παρακάμψει το ξερονήσι Ντία, ενώ άκουγε τους περί της νήσου Κρήτης στίχους της Οδύσσειας, που του διάβαζε χιλιοστή φορά ο Μίνως Καλοκαιρινός. ...;  

(Την επιλογή των αποσπασμάτων έκανε η Μακράκη Ελένη του Γ5 (2003-04), με βασική πηγή πληροφόρησης το βιβλίο: Μια πόλη στη λογοτεχνία ΗΡΑΚΛΕΙΟ - εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2002)

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Το Ηρώον του Ηρακλείου και ιστορίες πικρές για τα άτυχα κτίρια και τις σκόπιμες (πλην όχι απαραίτητες) κατεδαφίσεις...


Έχω δηλώσει ήδη δημόσια ότι αν επιχειρήσουν να γκρεμίσουν το ΗΡΩΟΝ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ, θα ξαπλώσω καταμεσής του δρόμου μπροστά στις τσάπες και μακάρι να βρεθούν όσοι συμπολίτες μου σήμερα διαμαρτύρονται για τη μη κήρυξή του ως μνημείου και την επικείμενη κατεδαφιση, να ξαπλώσουν κι αυτοί αντί να καθήσουν απαθείς να παρακολουθούν μια ακόμα καταστροφή της ιστορίας μας. 

"Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010


ΤΟ ΥΠ.ΠΟ.Τ. ΓΚΡΕΜΙΖΕΙ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ!

Πάρκινγκ καταβροχθίζει το Ηρώον του Ηρακλείου Κρήτης

Ο Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων εκφράζει την αντίθεση του στη διαιώνιση της ολιγωρίας και της αδιαφάνειας, που διέπουν συχνά ακόμα και σήμερα τη λειτουργία των Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ., παρά την πρόσφατη αλλαγή της Κυβέρνησης και της πολιτικής ηγεσίας του. Οι απαράδεκτες αυτές πρακτικές κάνουν την εμφάνισή τους, με αφορμή αυτή τη φορά την τύχη του Ηρώου του Ηρακλείου Κρήτης.

Το Ηρώον της πόλης του Ηρακλείου στην Πλατεία Ελευθερίας θεμελιώθηκε το 1930, σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε στη Νομαρχία από το Δήμο Ηρακλείου. Αφορμή της θεμελίωσής του υπήρξε ο εορτασμός της Εκατονταετηρίδας από την Εθνική Παλιγγενεσία, που εορτάστηκε σε ολόκληρη τη Ελλάδα.

Βασίστηκε στην ιδέα του Εφόρου Αρχαιοτήτων Σπυρ. Μαρινάτου και σε σχέδια του αρχιτέκτονα και μηχανικού του Δήμου Ηρακλείου, Δημήτρη Κυριακού, τα οποία εγκρίθηκαν ομόφωνα από την Τοπική Επιτροπή Εορτασμού, που συστάθηκε από τη Νομαρχία Ηρακλείου και αποτελούνταν από προσωπικότητες της εποχής. Σχεδιάστηκε με γραμμές και αναλογίες της μινωικής αρχιτεκτονικής, όπως αυτή γινόταν τότε γνωστή από τις ανασκαφές και τις αναστηλώσεις του Έβανς στο ανάκτορο της Κνωσού, που ολοκληρώνονταν εκείνα ακριβώς τα χρόνια.

Ακολούθησε αρχιτεκτονικά τον τύπο του Μινωικού Μεγάρου, με πρόστωο από δύο κίονες, το οποίο οδηγούσε στην κυρίως αίθουσα, και απέδιδε ανακτορικού χαρακτήρα τριμερές ιερό, με ιερά θρανία και θρόνο στο εσωτερικό. Η ανέγερσή του χρηματοδοτήθηκε αποκλειστικά από δημόσιους εράνους στους οποίους συμμετείχαν οι δήμοι και οι κοινότητες, σύλλογοι, σωματεία εργαζομένων και απλοί ιδιώτες.

Αποτέλεσε για χρόνια το κύριο Ηρώον της πόλης, στις εκδηλώσεις των εορτασμών της Εθνικής Επετείου της 25ης Μαρτίου του 1821, ενώ παράλληλα λειτούργησε ως το πρώτο Ιστορικό-Εθνολογικό Μουσείο της Κρήτης, ανοιχτό στο κοινό, με ενθυμήματα και κειμήλια των Κρητικών Επαναστάσεων.

Λεηλατήθηκε και εγκαταλείφθηκε οριστικά το Μάιο του 1941, κατά την κατάληψη της πόλης από τους Γερμανούς. Στην Κατοχή, από τα θραύσματα βόμβας που εξερράγη στον περιβάλλοντα χώρο του, το Ηρώον υπέστη σοβαρές ζημιές, οι οποίες διακρίνονται και σήμερα στον ανατολικό τοίχο του.

Ύστερα από δικαστικούς αγώνες, που ξεκίνησαν τη δεκαετία του ’50 και ολοκληρώθηκαν πρόσφατα, ο χώρος που είχε διατεθεί το 1930 από τον Δήμο Ηρακλείου στη Νομαρχία για να χτιστεί το Ηρώο, αποδόθηκε σε ιδιώτες. Τότε ξεκίνησαν τα αιτήματα των φερόμενων ιδιοκτητών του χώρου για την κατεδάφιση του μνημείου και την ανέγερση νέας οικοδομής, παρά τη ρητή επισήμανση, από το 1936, όλων των σχεδίων πόλης του Ηρακλείου, που χαρακτηρίζουν τον χώρο ως κοινόχρηστο και αδόμητο. Αυτονόητο είναι βέβαια πως το ακίνητο έχει αποκτήσει στο μεταξύ μεγάλη οικονομική αξία, ευρισκόμενο στην καρδιά της πόλης και τα συμφέροντα που διακυβεύονται είναι τεράστια. Εδώ και 10 χρόνια ο περιβάλλων χώρος του μνημείου λειτουργεί ως πάρκινγκ, που εκμεταλλεύονται οι φερόμενοι ιδιοκτήτες!

Το 2004 η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Κρήτης εισηγήθηκε προς το Υπουργείο Πολιτισμού την κήρυξη του Ηρώου ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου. Αντίστοιχη εισήγηση είχε υποβάλει προς τους αρμόδιους φορείς και ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Νομού Ηρακλείου. Το 2006 το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων απέρριψε την εισήγηση της αρμόδιας Εφορίας ψηφίζοντας ομόφωνα (!) ότι το Ηρώο «δεν αποτελεί κτίριο με αξιόλογα αρχιτεκτονικά, μορφολογικά, καλλιτεχνικά ή ιστορικά στοιχεία και, επομένως, δεν πληροί τις αυξημένες προϋποθέσεις, οι οποίες τίθενται από το άρθρο 6, παρ.1γ του Ν.3028/2002».

Από τότε έχουν μεσολαβήσει νέες εισηγήσεις για την κήρυξη του Ηρώου, από το Τμήμα Ανατολικής Κρήτης του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, την Επιτροπή Αρχιτεκτονικού Ελέγχου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου και την 13η Εφορία Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, η οποία, μάλιστα, έχει διευκρινίσει ότι, ακόμα και σε περίπτωση κατεδάφισης, δεν θα χορηγήσει άδεια ανέγερσης νέας οικοδομής, καθώς ο χώρος του Ηρώου αποτελεί μέρος τής Βενετικής οχύρωσης του Ηρακλείου. Παράλληλα, έξι τοπικοί Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ με ερωτήσεις προς τον τότε Υπουργό Πολιτισμού κ. Σαμαρά έχουν αξιώσει την προστασία του Ηρώου. Ωστόσο, οι πιέσεις των φερόμενων ιδιοκτητών εντάθηκαν, με αποκορύφωμα την δικαστική διένεξη με υπαλλήλους της Πολεοδομίας του Δήμου Ηρακλείου, ύστερα από την άρνηση των δευτέρων να εκδώσουν άδεια κατεδάφισης του μνημείου.

Τον Αύγουστο του 2009 το Παράρτημα Κρήτης του Συλλόγου Εκτάκτων Αρχαιολόγων διαβίβασε στην Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Κρήτης επιστημονική εργασία του αρχαιολόγου Γ. Τζωράκη για την ιστορία του Ηρώου, αξιώνοντας την άμεση κήρυξή του ως διατηρητέου μνημείου, καθώς συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος:

1)Σχεδιάστηκε από τον Αρχιτέκτονα Δ. Κυριακό που λάμπρυνε την πόλη με σπουδαία κτήρια, πολλά από τα οποία είναι ήδη διατηρητέα.

2) Αποτελεί το τελευταίο εναπομείναν στο Ηράκλειο δημόσιο κτήριο νέο-μινωικού ρυθμού, ο οποίος, αν και δεν επικράτησε, εμφανίστηκε με πολλά και αξιόλογα παραδείγματα στην Κρήτη κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι.

3) Η ανέγερσή του χρηματοδοτήθηκε αποκλειστικά από δημοσίους εράνους.

4) Αποτέλεσε για πολλά χρόνια το κύριο Ηρώον της πόλης.

5) Λειτούργησε ως το πρώτο Ιστορικό –Εθνολογικό Μουσείο της Κρήτης, όπου φυλάσσονταν ιστορικά κειμήλια των κρητικών Επαναστάσεων.

6) Παρά τη βραχύβια λειτουργία του, είναι συνδεδεμένο με την ιστορική μνήμη της πόλης, ως το πρώτο Ιστορικό Μουσείο της Κρήτης, το οποίο θυμούνται οι παλαιότεροι Ηρακλειώτες που ως μαθητές το επισκέπτονταν με τα σχολεία τους.

Μετά το αίτημα του Συλλόγου μας, το Σεπτέμβριο του 2009, η αρμόδια Υπηρεσία υπέβαλλε ξανά, πλήρως επικαιροποιημένο, το φάκελο του Ηρώου προς την Κεντρική Υπηρεσία Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς με αίτημα την επαναξιολόγηση του Ηρώου από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων.

Οι αιφνιδιασμοί όμως του ΥΠ.ΠΟ.Τ δεν τελειώνουν εδώ: Πριν λίγες ημέρες του 2010 η Διεύθυνση Νεώτερης και Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς κοινοποίησε στην τοπική Εφορεία την υπ. αρ. 85916π.ε/2170 απόφασή της να ΜΗΝ διαβιβάσει τον επικαιροποιημένο φάκελο του Ηρώου στο Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, επειδή, κατά τη γνώμη της Υπηρεσίας, δεν υπάρχει επαρκής αιτιολογία για την επαναξιολόγηση του μνημείου!!

Εμμένει λοιπόν στην απόφαση του 2006 για τη μη κήρυξη του Ηρώου, η οποία βασίστηκε σε έναν ανεπαρκή φάκελο, που δεν περιλάμβανε τότε τις απαιτούμενες από το νόμο απόψεις των τοπικών φορέων και παρεμποδίζει την επαναξιολόγηση του Ηρώου, από το αρμόδιο Κεντρικό Συμβούλιο, παραβλέποντας, απροκάλυπτα, τόσο τα νέα ιστορικά στοιχεία που προστέθηκαν στον νέο φάκελο, όσο και τις απόψεις του συνόλου σχεδόν των τοπικών φορέων, που αξιώνουν την προστασία του Ηρώου! Εμμένει στην απόφαση του 2006, η οποία θα επιτρέψει την κατεδάφιση του μνημείου! Και για την απόφασή αυτή, η εν λόγω Υπηρεσία χρεώνει την ευθύνη στον Υπουργό Πολιτισμού!

Ως Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων θέλουμε να πιστεύουμε πως αυτό δεν ισχύει! Θέλουμε να πιστεύουμε πως η πολιτική ηγεσία του ΥΠ.ΠΟ.Τ θέτει ως προτεραιότητα την προστασία των μνημείων, πέραν και πάνω από τα όποια συμφέροντα. Εκφράζουμε την αντίθεσή μας στην αστήρικτη αυτή απόφαση της Διεύθυνση Νεώτερης και Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς, αντιδρώντας σε πρακτικές που εξυπηρετούν άλλες σκοπιμότητες, οι οποίες αντιβαίνουν στο καθήκον της, που είναι ΜΟΝΟ η προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Ο Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων εκφράζει επίσης τη συμπαράστασή του προς τους υπαλλήλους της Πολεοδομίας, που με προσωπικό κόστος προστατεύουν την Ιστορία της πόλης τους.

Το Ελληνικό κράτος δεν έχει πια την πολυτέλεια να γκρεμίζει μνημεία!

Για το Δ.Σ. του Σ.ΕΚ.Α.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Χριστίνα Θεοδωροπούλου Παναγιώτης Κουτής"

(Αποσπάσματα από το Αναδημοσίευση από το άρθρο του κ. Γιώργου Α. Τζωράκη στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ του Ηρακλείου, 1/12/2009. )

"Επίκαιρο, δυστυχώς, για μια ακόμα φορά, το θέμα της κατεδάφισης των παλαιών κτηρίων της πόλης μας, δίνει μια καλή αφορμή για την αφήγηση της ιστορίας ενός ακόμα μνημείου, άγνωστου, μάλλον, στους πολλούς. Πρόκειται για το Ηρώον του Ηρακλείου στην Πλατεία Ελευθερίας, ανάμεσα στις οδούς Βίγλας και Πεδιάδος, του μοναδικού σωζόμενου δημόσιου κτηρίου μινωικής αρχιτεκτονικής στο Ηράκλειο, που παρά την αποκαρδιωτική του σήμερα εικόνα, γνώρισε κάποτε ημέρες δόξας.

Το Ηρώο κατασκευάστηκε το 1930 από τη Νομαρχία Ηρακλείου, στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από την απελευθέρωση της Ελλάδας και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους. Η σχετική εγκύκλιος της Κυβέρνησης Βενιζέλου, εκτός από τον κεντρικό εορτασμό στην Αθήνα, υπαγόρευε τη διοργάνωση εκδηλώσεων τοπικού χαρακτήρα σε κάθε μεγάλη πόλη, και την ανέγερση «έργων αναμνηστικών αξίων λόγου», που θα αποτελούσαν το επίκεντρο των εορτών.

O τότε Νομάρχης Ηρακλείου Εμμ. Λυδάκης συνέστησε πολυμελή επιτροπή προσωπικοτήτων, την Επιτροπή Εκατονταετηρίδας, επιφορτισμένη με την ευθύνη της διοργάνωσης των εορτών και μια τις πρώτες αποφάσεις της ήταν η ανέγερση «Ηρώου υπέρ των Κρητών Αγωνιστών». Η μελέτη του έργου ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα και αρχιμηχανικό, τότε, του Δήμου Ηρακλείου Δημ. Κυριακό, έναν αρχιτέκτονα που έχει αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στην πόλη..."
"Η Επιτροπή Εκατονταετηρίδας είχε προβλέψει μάλιστα και την αρχιτεκτονική μορφή του Ηρώου, το οποίο θα ακολουθούσε «ρυθμό μινωικό», σε μια συμβολική απόπειρα σύνδεσης των επιμέρους περιόδων της Κρητικής ιστορίας. Την εποπτεία της ανέγερσης του μνημείου ανέλαβε 4μελής επιτροπή, αποτελούμενη από τον Κυριακό, το Νομάρχη Εμμ. Λυδάκη, το Δήμαρχο Ανδρέα Παπαδόπουλο, και το Διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου Σπυρίδωνα Μαρινάτο. Την 19η Ιουνίου 1930 το Δημοτικό Συμβούλιο Ηρακλείου, ύστερα από σχετική αίτηση της Επιτροπής, ενέκρινε «όπως διατεθεί χώρος παρά την Πλατείαν Ελευθερίας και εις θέσιν Ντιγλή Περβόλι, προς ανέγερσιν του επί ταις Εορταίς της Εκατονταετηρίδος Ηρώου του Νομού Ηρακλείου».
Το κτίσμα είχε διαστάσεις 12 Χ 9,30 μ. και αντέγραφε αρχιτεκτονικά τον τύπο του Μινωικού Μεγάρου. Αποτελούνταν από μια εξωτερική κιονοστοιχία με δύο ερυθρούς κίονες που δημιουργούσαν ανοιχτή στοά, η οποία οδηγούσε στον κυρίως χώρο. Συμβολικά απέδιδε ανακτορικού τύπου μινωικό ιερό. Όπως, συχνά, και στα μινωικά ιερά, οι εσωτερικοί τοίχοι του Ηρώου περιτρέχονταν από χτιστά πεζούλια, τα θρανία, δηλωτικά και αυτά του λατρευτικού χαρακτήρα του χώρου, και το αντίγραφο ενός μινωικού θρόνου, στο βάθος, συμβόλιζε τη διαρκή παρουσία της αδιόρατης Θεότητος. Η πρόσοψη του Ηρώου επιστεφόταν από επάλληλα ζεύγη κεράτων καθοσιώσεως, τα ιερότερα σύμβολα του μινωικού κόσμου, που συμβόλιζαν εδώ ικετίριους βραχίονες, σε μια αδιάκοπη επίκληση στο Θείον. Στην οροφή του μνημείου, η ενότητα της επίπεδης στέγης διασπάστηκε από υπερυψωμένους φωταγωγούς, που επέτρεπαν τον φυσικό φωτισμό του χώρου, όπως είχαν διδάξει οι Μινωίτες ήδη από την 2η χιλιετία π.Χ. Κατά το πρότυπο, πάλι, των μινωικών μνημειακών κτιρίων, η λίθινη τοιχοποιία ενισχύθηκε με ξυλοδεσιές που αναπαραστάθηκαν με μπετόν, σύμφωνα με την τεχνική που είχε εισαγάγει ο Evans στο ανάκτορο της Κνωσού. Ολόκληρο το υπερυψωμένο ισόγειο μνημείο στηρίχτηκε σε χαμηλό ημιυπόγειο θάλαμο, με είσοδο κάτω από το πρόπυλο, σε ένα επιχειρούμενο συμβολισμό των πρωτοχριστιανικών κρυπτών.

Ο καινοφανής, σήμερα, «μινωικός ρυθμός» στον σχεδιασμό του Ηρώου, βρίσκει και μια πρακτική ερμηνεία στην επισήμανση του Νομάρχη Εμμ. Λυδάκη ότι απέβλεπε στο «να προσελκύσει την προσοχή των ξένων των διερχομένων εκείθεν προς επίσκεψιν των αρχαιοτήτων της Κνωσσού». Βρισκόμαστε, άλλωστε, στις αρχές της δεκαετίας του ʼ30, τότε που τουρισμός στην Κρήτη ήταν ανύπαρκτος και οι αφίξεις των ξένων αποτελούσαν σημαντικό γεγονός, μνημονευόμενο στον τοπικό τύπο κάτω από τον τίτλο «Αφίξεις περιηγητών». Είναι βέβαιο, όμως, πως το σχέδιο του Ηρώου προτάθηκε από τον Σπ. Μαρινάτο, τον τότε Διευθυντή του Μουσείου Ηρακλείου και Έφορο των Αρχαιοτήτων, σε μια εποχή που οι αρχαιολόγοι διαδραμάτιζαν καίριο ρόλο στα πολιτιστικά πράγματα του τόπου. Ήταν, άλλωστε, και η εποχή του “Παμμινωισμού”, του ρεύματος της προϊστορικής αρχαιολογίας που τοποθετούσε, -χωρίς να λείπει και η υπερβολή- τη μινωική Κρήτη στην κορυφή των πολιτισμών του Αιγαίου. Σίγουρα πάντως ήταν τα χρόνια της μεγάλης ανάδειξης της μνημειακής αρχιτεκτονικής της μινωικής Κρήτης, η οποία, με τις αναστηλώσεις του Evans στην Κνωσό, ετύγχανε της μεγαλύτερης δυνατής προβολής και αναγνωρισιμότητας. Η δημιουργία μνημείων μινωικής αρχιτεκτονικής, δεν ξένιζε, άλλωστε, εκείνα τα χρόνια, δεδομένης της περιορισμένης ανάπτυξης ενός «νέο-μινωικού»αρχιτεκτονικού ρυθμού, που, αν και τελικά δεν επικράτησε, είχε, ωστόσο, αρχίσει να εξελίσσεται, από τα πρώτα χρόνια της ανακάλυψης των μινωικών ανακτόρων..."

"Ως ημερομηνία έναρξης του διήμερου εορτασμού της εκατονταετηρίδας στο Ηράκλειο ορίζεται η 5η Οκτωβρίου 1930. Περιλαμβάνει δοξολογία, παρελάσεις, πανηγυρικούς λόγους, επιμνημόσυνες δεήσεις, καταθέσεις στεφάνων, κ.α. Την κυβέρνηση εκπροσωπούν ο Υπουργός Στρατιωτικών Θ. Σοφούλης και ο Πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής Εορτασμού Εκατονταετηρίδος Ιω. Δαμβέργης, μαζί με μεγάλο αριθμό αξιωματικών του ναυτικού και των ευζώνων. Συμμετέχουν επίσης εκπρόσωποι ξένων κρατών, συλλόγων, και πλήθος δημοσιογράφων από την Αθήνα. Στην πόλη του Ηρακλείου έχουν συρρεύσει χιλιάδες κάτοικοι από ολόκληρο το Νομό Ηρακλείου αλλά και από τους γύρω νομούς.
Τα αποκαλυπτήρια του Ηρώου προγραμματίστηκαν στις 4 μ.μ., κατά την πρώτη ημέρα των εορτασμών. Οι θρυλικότεροι από τους εν ζωή τότε αγωνιστές των κρητικών επαναστάσεων, «προσερχόμενοι με την Κρητικήν στολήν των και την πανοπλίαν των», παρέστησαν ως τιμητική φρουρά του νέου μνημείου. Ο τύπος των ημερών σημειώνει με δέος την παρουσία των Ιω. Αϊνικολιώτη, Καπετάν Χατζομιχάλη, Γιάννη Πολυξίγκη, Καραντινού, Γ. Κοκκινάκη, Απ. Τσαπάκη, Εμμ. Μπιζαράκη, Ματθ. Ζαχαριάδη, Γ. Σισμινάκη, Γ. Ξύδη, Εμμ. Κοντή, Μύρ. Καραγιαννάκη, Γ. Πατσιδιανού «και άλλων γνωστών και άγνωστων από την χορείαν των παλαιών αγωνιστών του 1866 και εντεύθεν..."

"Η οικονομική δυσπραγία της εποχής επέβαλε την διʼ εράνων ανέγερση του Ηρώου. Σχετικές εκκλήσεις της Επιτροπής Εκατονταετηρίδας και της Νομαρχίας Ηρακλείου προς τους Δήμους, τις Κοινότητες, τα Επιμελητήρια, τα Σωματεία, τα Ιδρύματα, τους Συνεταιρισμούς, αλλά και τους κατοίκους του νομού, ζητούσαν την οικονομική ενίσχυση της Επιτροπής. Οι εκκλήσεις εισακούστηκαν, δημιουργώντας μια ασυνήθιστη, για τα σημερινά δεδομένα, άμιλλα μεταξύ φορέων και κατοίκων για τη συγκέντρωση χρημάτων, τις χορηγίες των οποίων η Επιτροπή κοινοποιούσε κάθε φορά δια του τύπου, κάτω από τον τίτλο «Υπέρ Ηρώου» ή «Υπέρ Εκατονταετηρίδος». Από ένα πρόχειρο υπολογισμό των δημοσιευμένων χορηγιών και με δεδομένο ότι ο προϋπολογισμός του Ηρώου ανήλθε στις 200 χιλιάδες δρχ., διαπιστώνεται πως το έργο χρηματοδοτήθηκε σχεδόν εξολοκλήρου από εράνους. Την διʼ εράνων ανέγερση του Ηρώου επιβεβαίωσε, σε παρέμβασή του στον τύπο και ο ίδιος ο αρχιτέκτονας του μνημείου, ο οποίος προανήγγειλε την τοποθέτηση στο χώρο του Ηρώου ειδικών στηλών, όπου θα αναγράφονταν «αι κοινότητες αι οποίαι συνετέλεσαν εις την ανέγερσιν του έργου».
Στα άμεσα σχέδια του Κυριακού ήταν η μετατροπή του Ηρώου σε Ιστορικό-Εθνολογικό Μουσείο της Κρήτης, με την επέκταση του υφιστάμενου κτίσματος. «Το σημερινό λοιπόν Ηρώον θα είναι μόνον είσοδος προς το Ναόν-Μουσείον, όπου θα είναι αναρτημένα οι εικόνες, τα όπλα και εν γένει τα αντικείμενα εκάστου ήρωος». Το όραμα αυτό πιθανώς επηρεάστηκε και πάλι από τον Έφορο Αρχαιοτήτων Μαρινάτο, ο οποίος κατά τη διάρκεια των εορτών είχε διαμορφώσει ειδική αίθουσα στο Μουσείο Ηρακλείου, όπου συγκέντρωνε και εξέθετε κειμήλια της επανάστασης. Ωστόσο, η επέκταση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Οι λόγοι που προβάλλουν ως προφανείς είναι αναμφίβολα οι οικονομικοί, δεδομένης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με το κραχ του 1929, από τα οποία δεν ξέφευγε βέβαια η Κρήτη και το Ηράκλειο. Από την ίδρυσή του και για τα επόμενα χρόνια το μνημείο αποτελούσε, πάντως, το κύριο Ηρώο του Ηρακλείου, στους εορτασμούς των ιστορικών επετείων, με τελετές που περιλάμβαναν πανηγυρικούς λόγους, κατάθεση στεφάνων και απόδοση στρατιωτικών τιμών.

Εκτός από τη λειτουργία του στις εθνικές εορτές το Ηρώον είχε την ίδια εποχή και παράλληλη χρήση. Μέσα στο Ηρώο, που ήταν επισκέψιμο και εκτός εορτών, φυλάσσονταν, κάποια από τα αναθήματα και τα πολεμικά κειμήλια, που είχαν προσκομίσει στο Αρχαιολογικό Μουσείο οι απόγονοι των Κρητών αγωνιστών, κατά τους εορτασμούς της Εκατονταετηρίδας. Την ευθύνη του χώρου είχε ο φύλακας Γ. Σαριδάκης. Σύμφωνα με μαρτυρίες, στους τοίχους του Ηρώου ήταν αναρτημένοι πίνακες με πορτραίτα αγωνιστών και διάφορες σημαίες και λάβαρα. Βέβαιη είναι και η ύπαρξη άλλων ενθυμημάτων, όπως η τιμητική πλάκα του Ιω. Δαμβέργη που προαναφέρθηκε, ή ένας αναμνηστικός πίνακας με τα ιστορικά γεγονότα και τις βιογραφίες των παλαιμάχων αγωνιστών του Κρουσώνα που, όπως αναφέρει ο τύπος των ημερών των εορτασμών, κατατέθηκε από τον «Σύλλογο Εφέδρων Κρουσανιωτών», αντί στεφάνου, στο Ηρώο. Υπάρχουν, όμως, και άλλα στοιχεία για τα φυλασσόμενα κειμήλια στο Ηρώο: Σε αναδημοσίευση φύλλου της εφημ. Ίδη του 1937 στην εφημ. Πατρίς, με αφορμή αφιέρωμα στο Οπλαρχηγό Τσαγκαραντώνη (Αντ. Ξενάκη) στις 10/8/2006, δίνεται η πληροφορία ότι η σημαία του Καπετάν Τσαγκαραντώνη «βρίσκεται σήμερα κατατεθειμένη στο Ηρώο Ηρακλείου». Η ύπαρξη της ιστορικής σημαίας, μαζί με άλλα αντικείμενα του Τσαγκαραντώνη στο Ηρώο, επιβεβαιώνεται από τους απογόνους του Ήρωα, Παναγιώτη και Γιάννη Δασκαλάκη..."


"Εξάλλου, σε δημοσίευμα στην εφημ. Τόλμη στις 27/08/2004, του Μαν. Δεδελετάκη, που αντιτασσόταν στο πιθανό, -από τότε-, ενδεχόμενο της κατεδάφισης του μνημείου, έχουμε λεπτομερή περιγραφή του εσωτερικού του Ηρώου. Ο Δεδελετάκης θυμάται τα μαθητικά του χρόνια, το 1938, και τις εκπαιδευτικές εκδρομές στο Ηρώο με τη δασκάλα του Γεωργία Παπαδάκη – Δανδουλάκη, για να διδαχθούν την τοπική ιστορία. Θυμάται στο κέντρο μια μεγάλη βιτρίνα, στρωμένη με βελούδο, που περιείχε ένα μαυρισμένο κρανίο,- του Κόρακα, τους έλεγε η δασκάλα-, ένα δάφνινο στεφάνι, κρητικά μαχαίρια, πιστόλια, κι ένα τουφέκι, μαζί με ένα κόκκινο σκούφο και μια κρητική φορεσιά. Γύρω από τη μεγάλη βιτρίνα, θυμάται πολλές ακόμα μικρότερες, που φιλοξενούσαν κρανία και όπλα άλλων αγωνιστών. Στους τοίχους της αίθουσας, θυμάται πορτραίτα αγωνιστών, μαζί με πολεμικά λάβαρα και σημαίες, μαυρισμένες από το χρόνο και χιλιοτρυπημένες από τις μάχες, μαζί με δάφνινα στεφάνια, και πολλά όπλα και γιαταγάνια με ασημένια σκαλίσματα στις λαβές. Όλες οι παραπάνω πληροφορίες και αντίστοιχες μαρτυρίες παλαιότερων συμπολιτών μας, όπως η κα Παρή Κάβου, και ο κ. Μανόλης Σαριδάκης, πιστοποιούν με τον πιο έγκυρο τρόπο ότι το Ηρώον, παρά τη μη επέκτασή του, την οποία σχεδίαζε ο Κυριακός, είχε μετατραπεί σε Μουσείο ενθυμημάτων των κρητικών επαναστάσεων. Το πρώτο Ιστορικό-Εθνολογικό Μουσείο της πόλης του Ηρακλείου.

Σημείο καμπής στη λειτουργία του Ηρώου αποτέλεσε η κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς, το Μάιο του 1941. Τις μέρες της αναρχίας που προηγήθηκε της κατάληψης της Κρήτης, η πόλη του Ηρακλείου, λεηλατήθηκε από συμμορίες ντόπιων πλιατσικολόγων. Θύμα της σκοτεινής αυτής σελίδας της ιστορίας της πόλης έπεσε, σύμφωνα με μαρτυρίες και το Ηρώο, μαζί με τα κειμήλια που φιλοξενούσε. Κανένας, εξάλλου, δε θυμάται το Ηρώο να λειτουργήσει ξανά μετά την Κατοχή. Ακόμα και ο πενιχρός εορτασμός της πόλης του Ηρακλείου στην επέτειο της 25ης Μαρτίου του 1942, που ήταν ο πρώτος εορτασμός της επετείου μετά την εισβολή των Ναζί, δεν περιλάμβανε κατάθεση στεφάνων στο Ηρώο, παρά μονάχα στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη..."

"Και η συνολική εικόνα του Ηρώου των Κρητών Αγωνιστών δεν τιμά την πόλη του Ηρακλείου και τους ανθρώπους της. Εγκατάλειψη και βεβήλωση είναι οι λέξεις που μπορούν να περιγράψουν τη σημερινή κατάσταση του μνημείου, το οποίο εγκλωβίζεται ανάμεσα σε μεταγενέστερα προσκτίσματα, όπως οι τουαλέτες (!) και τα πρόχειρα υπόστεγα. Τα ιερά κέρατα που επέστεφαν το θριγκό του μνημείου έχουν εξαφανιστεί, ενώ οι γυάλινοι φεγγίτες έχουν αντικατασταθεί με σιδερένια πλέγματα και λαμαρίνες. Οι σοβάδες αποκολλούνται και η τοιχοποιία ρηγματώνεται με γοργούς ρυθμούς από την οργιώδη βλάστηση που αναπτύσσεται πάνω στα αρχιτεκτονικά μέρη του Ηρώου. Άγνωστα χέρια έχουν επιχρωματίσει τους ερυθρούς κίονες και την ζωηρή μετώπη του θριγκού, αντικαθιστώντας τη μινωική πολυχρωμία με την ψυχρή λευκότητα του ασβέστη. Πανύψηλα, πυκνά δέντρα έχουν αφεθεί, λες επίτηδες, απεριποίητα, για να κρύψουν την πρόσοψη του Ηρώου, δημιουργώντας ένα μνημείο-φάντασμα, άγνωστο, δυστυχώς, στους περισσότερους κάτοικους της πόλης. Και η σημαντική ιστορία του Ηρώου, που ταυτίζεται, αναπόφευκτα, με τη σύγχρονη ιστορία της πόλης, άγνωστη στους περισσότερους, λησμονείται, καθώς “μισεύουν” ένας-ένας οι άνθρωποι εκείνοι που έζησαν τη δόξα του και είναι σε θέση να μας διδάξουν τη σημασία του..."



















Κυριακή 4 Απριλίου 2010

Ηράκλειο: Άγνωστα και χαμένα μνημεία...

Το Δουκικό Ανάκτορο του Χάνδακα ( Palazzo Ducale di Candia). Σήμερα, Οικοδομικό Τετράγωνο 33!




Οι επισκέπτες αλλά και οι κάτοικοι αυτής της πόλης, κατακλύζουν καθημερινά το πιο κεντρικό σημείο του Ηρακλείου, τα "Λιοντάρια". Εκεί πίνουν καφεδάκι, τρώνε μπουγάτσες και σουβλάκια, περιδιαβαίνουν στα καταστήματα της πλατείας, χαζεύουν την κρήνη ή τρέχουν αδιάφορα για τις καθημερινές τους δουλειές. Πόσοι γνωρίζουν ότι κάποτε, στην πλατεία αυτή, δέσποζε ένα παλάτι, ένα μεγαλόπρεπο ενετικό οικοδόμημα που σήμερα, θανάσιμα τραυματισμένο, κρύβεται πίσω από τις φωτισμένες προσόψεις και τα σύγχρονα καταστήματα;



Αμέσως μετά την εγκατάσταση των Ενετών στο Χάνδακα, τα μεγαλόπρεπα κτίρια που στέγασαν τη Βενετσιάνικη εξουσία, υψώθηκαν στην κεντρική πλατεία της μέχρι τότε Βυζαντινής πόλης, που μετονομάστηκε σε piazza dei Signori, η σημερινή πλατεία Καλλεργών. Η πλατεία αυτή αποτελούσε συνέχεια της πλατείας του Αγίου Μάρκου ή πλατείας των Δημητριακών (piazza delle Biade), (σήμερα, πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου), όπου κυριαρχούσαν θρησκευτικές και κρατικές δραστηριότητες και μεγαλόπρεπα μνημεία, όπως η Βασιλική του Αγίου Μάρκου των Ενετών, οι δημόσιες σιταποθήκες και αργότερα, το 17ο αιώνα, η μνημειώδης κρήνη του Μοροζίνη, τα πασίγνωστα «Λιοντάρια». Καλοχτισμένα κτίρια κατασκευάστηκαν στην από το παρελθόν οδό πρόσβασης στο λιμάνι, που ονομάστηκε Ruga Maistra.



Από την περίοδο της Αραβοκρατίας αναφέρεται η πλατεία αυτή ως το κέντρο της πρωτεύουσας του Αραβικού Εμιράτου. Η κατοικία του Εμίρη ήταν πιθανότατα εκεί όπου κτίστηκε έπειτα το ανάκτορο του Βυζαντινού Δούκα.
Οι Ενετοί, διαμορφώνοντας την πλατεία, θέλησαν να δημιουργήσουν μια μικρογραφία της πλατείας του Αγ. Μάρκου της Βενετίας.



Στη ΒΔ πλευρά της υπήρχε το Δουκικό Παλάτι που καταλάμβανε ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο μέχρι την Piazza dei Signori (πλατεία Καλλεργών). Στη ΒΑ πλευρά κτίστηκε το 1239, ο Kαθεδρικός Ναός Αγιος Μάρκος των Βενετών. Στη νότια πλευρά είχε διαμορφωθεί το κτίριο του Voltone στα μέσα του 16ου αι., πάνω από την κύρια Πύλη του παλαιού φρουρίου (Portone, Porta Civitatis, Porta Maistra) και στη συνέχεια αυτού προς τα δυτικά, το συγκρότημα των Δημοσίων σιταποθηκών, (Fondaco) που έδωσε το όνομά του στην πλατεία. Στη θέση της Βυζαντινής Πύλης έκτισαν οι Ενετοί την επιβλητική Πόρτα, την PORTONE, πιο γνωστή ως VOLTONE. Ήταν η κατάληξη της Ruga Maistra (σημερινή οδός 25ης Αυγούστου) όταν ακόμα η πόλη περιοριζόταν μέσα στα παλιά Αραβοβυζαντινά τείχη, και αργότερα, όταν ξεχύθηκε έξω από αυτά, η Πύλη που οδηγούσε στα προάστια (βούργους).

Στη μέση της πλατείας, μπροστά από το Δουκικό ανάκτορο, κατασκευάστηκε η Kρήνη Morosini που εγκαινιάστηκε με επισημότητα το 1628, μετά την κατασκευή του μεγάλου υδραγωγείου από τον Προβλεπτή Φραγκίσκο Μοροζίνη. Η πλατεία παρέμεινε γυμνή, χωρίς δένδρα, μέχρι το α’ τέταρτο του 17ου αι. όπως φαίνεται σε μικρογραφία του Γεώργιου Κλώντζα. Η μικρογραφία αυτή μας δείχνει τη διαμόρφωση της πλατείας στα τέλη του 16ου ή αρχές του 17ου αι. Αριστερά φαίνεται η μεγάλη Πύλη. Στη συνέχεια, το τριώροφο κτίριο των σιταποθηκών. Στο κέντρο το δουκικό ανάκτορο με τα θολωτά διαμερίσματα μπροστά, τη μεγάλη βεράντα και τα διαμερίσματα του Δούκα. Στη δεξιά κάτω γωνία ένα πολυγωνικό μποτζάλε (στόμιο) πηγαδιού.



Σε μια άλλη μικρογραφία του Κλώντζα παριστάνεται στην ίδια πλατεία η λιτανεία των Καθολικών στην εορτή του Corporis Domini (Αγία Δωρεά), στο τμήμα μεταξύ του Δουκικού παλατιού και του Αγίου Μάρκου. Όλες οι επίσημες τελετές, οι πομπές και λιτανείες πραγματοποιούνταν στο χώρο αυτό.



Το Δουκικό Παλάτι, με τις ισόγειες στοές του και τους δύο ορόφους του δέσποζε στην πλατεία.




Η παλαιότερη απεικόνισή του από τον Buodelmondi το 1429, αρκετά αφαιρετική, δίνει κάποια στοιχεία που το χαρακτηρίζουν ως ένα λιτό γοτθίζον οικοδόμημα όπως και τα ανάλογα σύγχρονα ανάκτορα της Ιταλίας. Στο σχέδιο αυτό διακρίνεται μία θύρα με βόρειο προσανατολισμό η οποία, με την παραδοχή ότι η κεντρική είσοδος ήταν στην ανατολική πλευρά του κτιρίου, ήταν παράπλευρη είσοδος. Διακρίνονται ακόμα δίλοβα παράθυρα, οδοντωτή επίστεψη και πυργίσκος στη βορειοανατολική γωνία του κτιρίου

Οι κατά 160 και πλέον μεταγενέστερες απεικονίσεις του ανακτόρου από τον Γεώργιο Κλώντζα που περιέχονται στον Μαρκιανό κώδικα, δείχνουν το κτίριο με περισσότερες λεπτομέρειες, πολλές από τις οποίες μάλλον προστέθηκαν στο διάστημα των χρόνων. Στα σχέδια αυτά απεικονίζεται μεγάλο οικοδόμημα που ταυτίζεται και αυτό όπως και το προηγούμενο του Buodelmondi με τη θέση όπου τοποθετείται και στο χάρτη του στρατηγού Werdmuller του 1668.



Ο προσανατολισμός του ήταν ανατολικός, παράλληλος περίπου με την πρόσοψη του Αγίου Μάρκου. Το ανάκτορο ήταν διώροφο με μεγάλη βεράντα και μια σειρά από θολωτούς ισόγειους χώρους από τους οποίους σήμερα διακρίνονται τέσσερις και στεγάζουν διάφορα μικρά καταστήματα. Η απέναντι από τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου πλευρά ήταν πιθανότατα η κύρια όψη του ανακτόρου με μεγάλο τοξοειδή πυλώνα, τρίλοβο κεντρικό άνοιγμα με εξώστη (ηλιακό) και πλάγια, μεγάλα επίσης, τοξοειδή παράθυρα. Η πρόσοψη επιστεφόταν με οδοντώσεις ενώ στη ΒΑ γωνία του υπήρχε πυργίσκος, μάλλον σκοπιά. Δυο άλλα ανάλογα πυργοειδή κατασκευάσματα ήταν μάλλον καπνοδόχοι. Η πλευρά προς την κυρίως πλατεία αποτυπώνεται με σειρά από 8 θύρες. Πρόκειται για τους ισόγειους θολωτούς χώρους από τους οποίους, όπως έγραψα παραπάνω, σώζονται σήμερα ορατοί τέσσερις.
Μπροστά από αυτούς υπήρχε μάλλον ξύλινο υπόστεγο και πάνω από αυτό κιγκλίδωμα. Στη μέση του οικοδομήματος διακρίνεται κεραμοσκεπής χώρος που ασφαλώς ήταν η sala major ή aula auditoria (αίθουσα ακροάσεων του ανακτόρου όπου διεξάγονταν και οι δίκες). Το μεγάλο τρίλοβο παράθυρο της πρόσοψης αντιστοιχούσε πιθανότατα στην αίθουσα αυτή. Πάνω από τις οδοντώσεις της πρόσοψης φαίνεται να υπήρχε ημικυκλικό τύμπανο με στρογγυλό παράθυρο. Αυτό σημαίνει ότι η στέγη ήταν θολωτή. Πιθανόν η στέγη αυτή να είναι η περιγραφόμενη σε κείμενο του 1384 (G. Gerola, Monumenti Veneti nell isola di Creta, Τομ. ΙΙΙ, σελ. 10) ως «tectum gaibe sale palacii». Το κείμενο αυτό αναφέρεται στην ανάγκη επισκευών του ανακτόρου λέγοντας ότι η Gaiba κινδυνεύει να καταρρεύσει καταστρέφοντας και την κάτω από αυτήν ευρισκόμενη ξύλινη οριζόντια οροφή.

Ένα άλλο σχέδιο του κώδικα του Κλώντζα που παριστάνει τη μεγαλοπρεπή πομπή του ορθόδοξου και του λατινικού κλήρου με τις εικόνες τα λάβαρα και τα εξαπτέρυγα κατά την εορτή του Corpus Christi περιλαμβάνει και τμήμα της κύριας πρόσοψης του ανακτόρου. Φαίνονται και εδώ οι οδοντωτές σε σχήμα ουράς χελιδονιού απολήξεις, ο ακραίος πυργίσκος, το τρίλοβο άνοιγμα, ο τοξοειδής πυλώνας και το ένα από τα δύο μεγάλα παράθυρα της πρόσοψης. Επίσης, απεικονίζεται μικρό ξύλινο υπόστεγο ίσως για τη φρουρά του πυλώνα.

Βλέποντας τα Δουκικά ανάκτορα που σώζονται μέχρι σήμερα σε πόλεις των βενετικών κτήσεων μπορούμε ίσως να ανασυνθέσουμε τη μορφή του Δουκικού ανακτόρου του Χάνδακα. Οι ομοιότητες ειδικά του ανακτόρου στην Πιατσέντζα (Palazzo Comunale – Piacenza), του ανακτόρου στην Περούτζια (Palazzo dei Priori – Perugia) και του ανακτόρου στο Urbino με τις απεικονίσεις που έχουμε στη διάθεσή μας για το ανάκτορο της πόλης μας είναι αξιοσημείωτες. Και σε αυτά διακρίνονται οι οδοντωτές απολήξεις, ο πυργίσκος, οι ισόγειες στοές και τα τρίλοβα ανοίγματα.





Η φωτογραφία που δημοσιεύεται στο έργο του Gerola, Monumenti Veneti nell’ Isola di Creta, παρουσιάζει ένα ευρύ οξυκόρυφο τόξο. Πιθανότατα πρόκειται για το τόξο που σώζεται και σήμερα στο εσωτερικό καταστήματος, στην ανατολική πλευρά του ανακτόρου. Το τόξο αυτό αναμφίβολα αποτελεί τμήμα της κεντρικής εισόδου του ανακτόρου.



Μετά την άλωση του Χάνδακα από τους Τούρκους το ανάκτορο δωρίθηκε στον Δεφτερδάρ Αχμέτ Πασά σύμφωνα με τον Νικ. Σταυρινίδη, ενώ, σύμφωνα με τον Στέφανο Ξανθουδίδη, το Δουκικό ανάκτορο περιήλθε στην κατοχή του Τσιμπουκτζή Μπαϊράμ Εφένδη και ονομάστηκε Αγά Καπουσί.



Από τα έγγραφα του Τούρκικου Αρχείου Ηρακλείου μαθαίνουμε ότι στέγαζε το σώμα των Γενιτσάρων.
Το 1763 ο Αχμέτ Κιαμήλ Πασάς έκτισε 16 μαγαζάκια (παράγκες) μπροστά από το Δουκικό ανάκτορο που στη συνέχεια έγιναν βακουφικά δηλαδή αφιερωμένα στο τέμενος της περιοχής (τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου που μετατράπηκε σε τέμενος, το Δεφτερντάρ τζαμισί) για να νομιμοποιηθεί η κυριότητά τους, με αποτέλεσμα να περιοριστεί ο χώρος της πλατείας.



Ο Στέφανος Ξανθουδίδης, στο βιβλίο του «Χάνδαξ-Ηράκλειον», αναφέρει για το ανάκτορο: «Βρισκόταν στην πλατεία Ελ. Βενιζέλου και κατείχε το τετράγωνο όπου σήμερα οι οικίες Χατζηδάκη – Νίβα και Ν. Καστρινάκη καθώς και διάφορα γραφεία και εργαστήρια. Δέσποζε στην πλέον ιστορική πλατεία της πόλης και μαζί με την απέναντι ευρισκόμενη βασιλική του Αγίου Μάρκου, την κρήνη Μοροζίνη, την Ενετική Λέσχη (Loggia) βορειοανατολικά, το παλάτι του Αρχιστρατήγου των Ενετών βόρεια, τη μνημειώδη πύλη Voltone και το συγκρότημα του Fondaco στα νότια, αποτελούσαν το διοικητικό κέντρο της ενετικής Candia».



Στην περιγραφή του Χάνδακα αμέσως μετά την κατάληψή του από τους Τούρκους, που συνέταξε ο Εβλιά Τσελεμπί στο βιβλίο του «Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671)», σελ. 209-210, αναφέρονται γενικά τα «σαράγια»: «Υπάρχουν συνολικά τέσσερις χιλιάδες ψηλά και χαμηλά γερά σπίτια στην πόλη. Μοιάζουν με κάστρα, είναι πενταόροφα και εξαώροφα, με μπαλκόνια, παράθυρα με σιδερένια κιγκλιδώματα, σιδερένιες πόρτες και παραθυράκια μικρά σαν πολεμίστρες, Έχουν σκεπές από κόκκινο κεραμίδι και χορασάνι. Το πιο ωραίο και πιο μεγάλο είναι το σαράι του στρατηγού, που το πήρε ο Μ. Βεζίρης. Τα σαράγια του ντεφτερντάρη, του Αρχιναυάρχου, του αρχιστράτηγου, του Αγά των Γενιτσάρων, του Εμπουλχαΐρ Κετχουντά Ιμπραχήμ Πασά, του Βεζίρη της Δαμασκού Μελέκ Ιμπραχήμ Πασά, του Σαρί Χουσεΐν Πασά. Στους υπόλοιπους βεζίρηδες και μιριμιράνηδες δόθηκε από ένα σαράι για να μείνουν».



Σε τούρκικη καταγραφή του 1670 μαθαίνουμε ότι το δουκικό ανάκτορο ήταν διώροφο. Ο πάνω όροφος είχε 2 αίθουσες, 9 δωμάτια, μαγειρείο, 3 άνδηρα. Ο κάτω όροφος είχε 22 δωμάτια, στάβλο, αποθήκη, μια φυλακή, 3 δεξαμενές. Ακόμα, προς τη μεγάλη κλίμακα είχε 19 δωμάτια, 2 κρήνες, μια λέσχη, 4 αυλές, 3 φρέατα και 16 μαγαζιά.
Σε όλο το μήκος της νότιας, νοτιοανατολικής και ανατολικής πλευράς του ανακτόρου είχε δημιουργηθεί προσθήκη πλάτους από 2,5 περίπου έως και 6 μέτρων κατά την Τουρκοκρατία που στέγαζε μικρά μαγαζάκια. Πίσω από τις τούρκικες αυτές προσθήκες (16 παράγκες) που κτίστηκαν το 1763 από τον Αχμέτ Κιαμήλ, διατηρήθηκαν τα 4 ισόγεια θολωτά καταστήματα του ενετικού μεγάρου.

Είναι άγνωστο πότε ερειπώθηκε και εγκαταλείφθηκε. Το 1815 ήταν ήδη ερείπιο όπως αναφέρει ο Ζαχαρίας Πρακτικίδης στη «Χωρογραφία της Κρήτης».

Στις 5/2/1810, φοβερός σεισμός γκρέμισε τα 2/3 της πόλης και σκότωσε περί τους 3000 ανθρώπους. Ακολούθησε επιδημία πανώλους που αποδεκάτισε τους επιζήσαντες. Η πόλη ερήμωσε σε τέτοιο βαθμό που χορτάριασαν οι δρόμοι. Πιθανότατα, τότε ερειπώθηκε και το Δουκικό παλάτι.
Το 1826, το ανάκτορο έγινε βορά των οικοπεδοφάγων που άρχισαν να καταλαμβάνουν και στη συνέχεια να αγοράζουν τα έρημα τμήματά του.
Η οριστική καταστροφή του επήλθε με το σεισμό του 1856.

Μετά την αποχώρηση των Τούρκων και την ανταλλαγή των πληθυσμών, επί Κρητικής Πολιτείας, τα μουσουλμανικά κτίσματα, μεταξύ των οποίων και τα υπολλείμματα του δουκικού ανακτόρου, πουλήθηκαν ως ανταλλάξιμα σε ιδιώτες από την Εθνική Τράπεζα.



Το 1954, η Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Παιδείας, υποκύπτοντας σε πιέσεις ενέκρινε την κατεδάφισή του, τη ρυμοτόμηση και τη μετατροπή του χώρου σε πλατεία.
Έτσι, με την Y.A.27/11.54 «εγκρίνεται η κατεδάφιση των υπολειπομένων μικρών θόλων του Ο.Τ. 33 (Δουκικό Ανάκτορο)».
Για άγνωστους λόγους το μνημείο γλίτωσε την κατεδάφιση.



Από την 10ετία του 1950 μέχρι και το 1970, όλη η δυτική και τμήμα της νοτιοδυτικής πλευράς του οικοδομικού τετραγώνου ανοικοδομήθηκε, με συνέπεια το 1/3 περίπου του συνόλου του οικοδομικού τετραγώνου να έχει πλήρως αλλοιωθεί.



Η ανατολική πλευρά του οικοδομικού τετραγώνου αποτελείται από κτίρια στο σύνολό τους παλαιά, (τούρκικα και νεοκλασικά), που σήμερα στεγάζουν καταστήματα, ψησταριές και καφέ.
Μετά από κατά καιρούς αυτοψίες που έχουν πραγματοποιηθεί σε ιδιοκτησίες στη νότια πλευρά του ανακτόρου, εκτός από τους ορατούς τέσσερις θολωτούς χώρους, έχουν εντοπιστεί και άλλα στοιχεία – κατάλοιπα του μνημείου.