Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρητη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρητη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

Η Επανάσταση στο Θέρισο


Το τέλος της Οθωμανικής κυριαρχίας στην Κρήτη, μετά την επανάσταση του 1897 και τη σφαγή του Ηρακλείου στις 25 Αυγούστου του 1898, είχε επιτέλους φτάσει.



Στο Γερμανικό τύπο, το Νοέμβριο του 1898, δημοσιεύτηκε σχετικό σχόλιο του ανταποκριτή του στην Κρήτη Μαχ: "Η εκ Κρήτης απέλευσις των Τούρκων στρατιωτών και υπαλλήλων είναι πλέον τετελεσμένον γεγονός και τη 23η Οκτωβρίου (4 Νοεμβρίου) ε. έτους κατελύθη πράγματι το επί της νήσου κράτος της ημισελήνου. Επί των Χανίων εκυμάτισεν η τουρκική σημαία από τας 20 Αυγούστου 1645, ήτοι εν όλω 253 έτη, επί του Ηρακλείου 229 έτη, επί του βράχου της Γραμβούσης 195 και επί του Πύργου της Σπιναλόγγας και της Σούδας 171. Οι έξ πελέκεις, οι σωζόμενοι επί των τειχών του Ηρακλείου εις ανάμνησιν της εφόδου της 27 Σεπτεμβρίου 1669, κατερρίφθησαν, εξηφανίσθησαν τα εμβλήματα του κυριάρχου και οι μαρμάρινοι λέοντες οι επισκοπούντες από των χρόνων των Ενετών τας υπό τους πόδας των μεταβολάς, δεν βλέπουσιν πλέον ενόπλους τους μουσουλμάνους, τους νικήσαντας ποτέ την υπερήφανον δημοκρατίαν".



Στις 9 του Δεκέμβρη του 1898 αποβιβάστηκε στη Σούδα, ο Πρίγκιπας Γεώργιος ως Ύπατος Αρμοστής Κρήτης. Τον Απρίλη του 1899 σχηματίστηκε η πρώτη κυβέρνηση της Κρήτης: Ελευθέριος Βενιζέλος Υπουργός Δικαιοσύνης, Μαν. Κούνδουρος Υπουργός Εσωτερικών, Ν. Γιαμαλάκης Υπουργός Δημόσιας Εκπαίδευσης, Κ. Φούμης Υπουργός Οικονομικών και Χ. Στυλιανάκης Υπουργός Δημόσιας Ασφάλειας. Η πρώτη αυτή κυβέρνηση επιδόθηκε με ενθουσιασμό στο έργο της περισυλλογής και της οργάνωσης. Εξέδοσε νόμους και διατάγματα, έκοψε νόμισμα, ίδρυσε την Τράπεζα Κρήτης. Προσκάλεσε Ιταλούς αξιωματικούς και υπαξιωματικούς που οργάνωσαν την ντόπια Χωροφυλακή και κυκλοφόρησε τα πρώτα γραμματόσημα.
Μπορεί να πει κανείς πως τα πρώτα χρόνια της Αρμοστείας του Πρίγκιπα "υπήρξαν έτη ευδαίμονα διά την Κρήτην , υπό έποψιν δημοσίας τάξεως, διοργανώσεως και εργασίας εκπολιτιστικής", σημειώνε στο Ημερολόγιό του ο Μαν. Κούνδουρος.
Με τις οργανωτικές όμως αδυναμίες του Συντάγματος δόθηκαν υπερεξουσίες στον ηγεμόνα, με αποτέλεσμα να ασκεί κατά τρόπο απολυταρχικό και αδιάλλακτο την εξουσία.
Πολύ σύντομα, άρχισαν οι διαφωνίες του Βενιζέλου με τον Γεώργιο σε πολιτικά θέματα με αποτέλεσμα τη διάσταση μεταξύ τους και την υποβολή παραίτησης του Βενιζέλου, που όμως δεν έγινε δεκτή. Η συζήτηση για τον προϋπολογισμό, έδωσε το επόμενο ισχυρό χτύπημα στις σχέσεις Πρίγκιπα και Βενιζέλο. Στις 17 Μαρτίου του 1901 απολύθηκε με το γνωστό Διάταγμα του Πρίγκιπα «περί απολύσεως του επί της Δικαιοσύνης Συμβούλου Ελευθερίου Βενιζέλου». (Εφημερίς Κρητ. Πολιτείας, τεύχος Β’, έτος Β’, αρ. 17 της 19-3-1901).



Ο Βενιζέλος ανέλαβε επίσημα την αρχηγία της Αντιπολίτευσης.
Μια ολόκληρη τριετία η διαμάχη οξυνόταν καθημερινά, τα πάθη εντείνονταν, η Εκκλησία αναμίχθηκε έντονα, η διοίκηση παρέλυσε. Η επανάσταση ήταν πια αναπόφευκτη.




Στις 10 Μαρτίου του 1905 ξέσπασε στο Θέρισο η επανάσταση για την κατάλυση της Αρμοστείας και ακολούθησαν (11.3.1905) Επαναστατικά ψηφίσματα υπέρ της Ένωσης, ενώ υψώθηκε η Ελληνική Σημαία. Το ένοπλο κίνημα οργανώθηκε και επεκτάθηκε σε όλο το νησί.




Μετά από συνάντηση της τριανδρίας (Βενιζέλος-Μάνος-Φούμης) με τους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων στις Μουρνιές Κυδωνίας Χανίων στις 2 Ιουλίου 1905 και συνεχείς διαπραγματεύσεις, η επανάσταση τερματίστηκε.
Η απήχηση της επανάστασης του θερίσου υπήρξε συγκινητική.
Μια από τις αρχαιότερες εφημερίδες των Αθηνών, οι «ΚΑΙΡΟΙ» (Δ/ντής: Π. Κανελλίδης) που το 1905 διήνυε το 33ο έτος κυκλοφορίας της, στο φ. της 25-3-1905 με αρκετά ευμεγέθεις τίτλους έγραφε: «Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ»
«ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΑ ΚΑΘ’ ΟΛΗΝ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗΝ».
«ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΣΤΑ ΚΕΡΑΜΕΙΑ;»
«ΤΑ ΔΙΕΘΝΗ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ ΑΠΗΛΘΟΝ ΕΙΣ ΑΛΙΚΙΑΝΟΝ»…



Ο πρίγκιπας Γεώργιος παραιτήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1906 και αναχώρησε από την Κρήτη. Με υπόδειξη του βασιλιά Γεωργίου, εκλέχτηκε ως Αρμοστής Κρήτης ο πρώην πρωθυπουργός, έμπειρος και μετριοπαθής πολιτικός, Αλέξανδρος Ζαΐμης, που ανέλαβε τα καθήκοντά του το Σεπτέμβρη του 1906. Ψηφίστηκε πιο φιλελεύθερο Σύνταγμα και νέοι νόμοι. Η οικονομία άρχισε να αναλαμβάνει. Η εκπαίδευση και η δημόσια υγεία βελτιώθηκαν.
Τον Ιούλιο του 1908 ένα μεγάλο μέρος από τα στρατεύματα των Μ. Δυνάμεων αποσύρθηκε από την Κρήτη. Ο πόθος των Κρητών για την Ένωση με την Ελλάδα ενισχύθηκε. Το Σεπτέμβριο του 1908, κι ενώ ο Ζαΐμης απουσίαζε στην Αίγινα, πραγματοποιήθηκε παγκρήτια συγκέντρωση στα Χανιά, που κήρυξε την κατάργηση της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας και την Ένωσή της με την Ελλάδα.
Η Κρητική Βουλή επικύρωσε τη λαϊκή αυτή θέληση και συγκρότησε προσωρινή Κυβέρνηση διακομματικού χαρακτήρα, με πρόεδρο τον Α. Μιχελιδάκη, που άρχισε να διοικεί το Νησί στο όνομα του βασιλιά των Ελλήνων Γεωργίου Α.



Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Σπιναλογκα...το νησι των δακρυων


Σήμερα η παγκόσμια ημέρα κατά της λέπρας...
Χωρίς πολλά λόγια...μια μικρή περιπλάνηση στην τραγική Σπιναλόγκα...

Σπιναλόγκα. Ιερός και τραγικός τόπος, με αμέτρητες μνήμες.
Ελάχιστοι είναι οι επισκέπτες της Κρήτης, Έλληνες και ξένοι που δεν έχουν περπατήσει στα δρομάκια της και δεν έχουν νοιώσει την ιστορία, το δράμα, την τραγικότητα της νησίδας αυτής που κλείνει τη βόρεια είσοδο του κόλπου της Ελούντας, μια θέση - κλειδί για τον έλεγχο του φυσικού λιμανιού της. Μια νησίδα με έκταση μόλις 85 στρέμματα και 53 μ. υψόμετρο, όπου η ιστορία και ο πολιτισμός έγιναν ένα με το ανθρώπινο δράμα στο πέρασμα των χρόνων.















Όπως, με πολύ γλαφυρό τρόπο, λέει στο «Έθνος της Κυριακής» ο ερευνητής, συγγραφέας και εκπαιδευτικός Μανόλης Μακράκης, εκδότης του περιοδικού «Ελούντα» του Πολιτιστικού Συλλόγου της περιοχής, «Σπάνια σ' ένα μνημείο η Ιστορία μιλά τόσο εύγλωττα από τα βάθη των αιώνων. Σπάνια ένα μνημείο κουβαλά στα σπλάχνα του τη σφραγίδα της αρχαίας Ελλάδας, των Σαρακηνών, των Ενετών, των Τούρκων, των Νεοελλήνων».
Οχυρώθηκε το πιθανότερο κατά την ελληνιστική περίοδο, με μεγάλο οχυρωματικό περίβολο. Πάνω στα ερείπια του αρχαίου κάστρου οι Βενετοί οικοδόμησαν ισχυρό φρούριο, στα μέσα του 16ου αιώνα. Κατά την περίοδο εκείνη, το φρούριο χρησιμοποιήθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς και στον Κρητικό Πόλεμο αποτέλεσε καταφύγιο και ορμητήριο προσφύγων και χαϊνηδων. Από την περίοδο εκείνη, σώζονται οι θολωτές δεξαμενές, το κτίριο της φρουράς, το τρίδυμο κτίριο και η πυριτιδαποθήκη δίπλα στο ναό του Αγίου Νικολάου.
Την περίοδο του Κρητικού πολέμου (1645-1669) οι οχυρώσεις ανακαινίστηκαν και συμπληρώθηκαν. Τότε κτίστηκαν οι ναοί του Αγίου Παντελεήμονα και του Αγίου Γεωργίου.
Οι Ενετοί κράτησαν τη νησίδα και μετά το 1669, χρονιά που ο Χάνδακας, η πρωτεύουσα της ενετικής Candia, έπεσε στα χέρια των Τούρκων.
Το 1715, το νησί καταλήφθηκε από τους Τούρκους οπότε διαμορφώθηκε σταδιακά ως οικισμός καθαρά οθωμανικός, πάνω στα θεμέλια των ενετικών κτισμάτων. Αρκετά κτίσματα από την περίοδο αυτή, κυρίως διώροφες οικίες, περιτοιχισμένες από ψηλούς μαντρότοιχους, και εμπορικά καταστήματα με μεγάλες μαγαζόπορτες και τζαμωτά ανοίγματα, σώζονται μέχρι σήμερα.
Κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας και απομόνωσης. Όμως κατά το τέλος του 19ου αι., ο ρόλος του λιμανιού της Σπιναλόγκας απόκτησε άδεια εξαγωγικού εμπορίου και συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό κατοίκων, κυρίως έμπορων και ναυτικών.
Μετά τα γεγονότα του 1897 και την απομάκρυνση των Οθωμανών, στη Σπιναλόγκα εγκαταστάθηκαν Γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Το 1903, η Κρητική Πολιτεία θέσπισε την απομόνωση των λεπρών που μέχρι τότε παρέμεναν απομονωμένοι στην περιοχή της Μεσχινιάς ανατολικά του Ηρακλείου, και σε αντίστοιχες περιοχές άλλων πόλεων του νησιού, και αποφάσισε τη δημιουργία Λεπροκομείου στη Σπιναλόγκα. Οι άρρωστοι εγκαταστάθηκαν στα κτίρια του τούρκικου οικισμού και σε άλλα κτίρια που κτίστηκαν τη δεκαετία του '30.



Οι αλλαγές που αναγκαστικά επήλθαν μετά την εγκατάσταση των χανσενικών, άλλαξε εντελώς την αρχική μορφή του ενετικού φρουρίου. Το οθωμανικό τέμενος μετατράπηκε σε νοσοκομείο, ο προμαχώνας Donato σε νεκροταφείο του Λεπροκομείου, ενώ το 1939, για να ανοιχθεί ο περιμετρικός δρόμος που υπάρχει σήμερα στη νησίδα, καταστράφηκαν με δυναμίτιδα μεγάλα τμήματα του τείχους.




Η δύσκολη ζωή των αρρώστων, που έμειναν στο νησί μέχρι το 1957, άφησε το στίγμα της στο νησί και το φόρτισε συναισθηματικά, ως τόπο μαρτυρίου και ιστορικής μνήμης. Η Σπιναλόγκα έγινε μια απέραντη τρώγλη, ένα νεκροταφείο υπό προθεσμία, χωρίς την παραμικρή οργάνωση, χωρίς φαρμακευτική αγωγή για τους νοσούντες, χωρίς ελπίδα.
Κι αυτό που διαφοροποιεί την Σπιναλόγκα από τα άλλα αξιοθέατά μας, είναι ότι εδώ η γη ποτίστηκε με ιστορίες αδιέξοδα τραγικές, που όμως μέσα στην απόλυτη απελπισία τους κατόρθωναν να στήσουν ρωγμές ελπίδας και ζωής, όπως αυτές που φτιάχνουν ο έρωτας, η πίστη, το ανθρώπινο πείσμα κι η αέναη δίψα για ένα πιο αισιόδοξο αύριο.
Περνοδιαβαίνοντας τα κακοτράχαλα σοκάκια της Σπιναλόγκας ακόμη και σήμερα, νοιώθεις την πίκρα που πότισε τον τόπο.




Ίσως όσοι την επισκέπτονται θα ‘πρεπε να γνωρίζουν τα λόγια που άφησε ως παρακαταθήκη του ο άνθρωπος -που όντας φοιτητής της Νομικής τότε κι ασθενής ο ίδιος- οργάνωσε στην Σπιναλόγκα την κοινωνία των λεπρών το 1936, ο Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης: «Περπατώντας στον δρόμο της Σπιναλόγκας, σταμάτησε και κράτησε την αναπνοή σου. Από κάποιο χαμόσπιτο τριγύρω σου θα ακούσεις τον απόηχο από κάποιο μοιρολόγι μιας μάνας, μιας αδελφής ή τον αναστεναγμό ενός άνδρα. Άφησε δύο δάκρυα από τα μάτια σου και θα δεις να λαμπυρίζουν εκατομμύρια δάκρυα που πότισαν αυτόν τον ίδιο δρόμο, που εσύ διαβαίνεις σήμερα».




Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

Ένα καταπληκτικό ημερολόγιο κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες από τον εκδοτικό οίκο ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Με την επιμέλεια του γνωστού συγγραφέα Δημήτρη Χατζηκωνσταντίνου, που έχει δόσει όλη του την αγάπη για την Κρήτη, το ημερολόγιο αυτό είναι η ιστορία, η λαογραφία, η λογοτεχνία, η μουσική, οι μύθοι, οι γεύσεις, οι συνήθειες αυτού του νησιού που παραδέρνει καταμεσής στη Μεσόγειο θάλασσα και όπως λέει ο Νίκος Καζαντζάκης, "Ένα καράβι τρικάταρτο ήταν η Κρήτη, με τις τρεις αψηλές βουνοκορφές, τα Λευκά Όρη, τον Ψηλορείτη, τη Δίχτη, κι αρμένιζε μέσα στους αφρούς."
Απολαύστε το.

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009

Νύχτα Σαββάτου...άπνοια, υγρασία και ζέστη. Κάθομαι στο γραφείο μου, καταμεσής της πόλης, αργοπίνοντας ένα τζιν κι ακούγοντας μουσική. Λίγο άκεφη ίσως και λίγο μελαγχολική. Λένε πως όταν αρχίσεις τις αναπολήσεις αρχίζεις να γερνάς...ισχύει άραγε? Κι όταν ανέκαθεν βυθιζόσουν στις αναπολήσεις, ανέκαθεν από γεράματα έπασχες? Μπα μπα! Απλά αναπλάθεις εικόνες, ανακαλείς συναισθήματα, αναζητάς στιγμές, λαχταράς αισθήσεις, γυρνάς και ξαναγυρνας στα μέρη που αγάπησες και που σου λείπουν και που στα έκλεψε ο χρόνος, τα βίασε η ρουτίνα, τα εξαφάνισαν οι συνθήκες αλλά ποτέ και τίποτα δεν θα τα σβήσουν από μέσα σου.


Γαλήνια θάλασσα, τόσο γαλήνια που ίσα ίσα ακούγεται το ανάλαφρο σύρσιμο του νερού στην άμμο. Διάφανη θάλασσα, τόσο διάφανη που διακρίνω το βυθό της στο φως του φεγγαριού. Καθαρός ουρανός, τόσο καθαρός που να, λίγο ν' απλώσω το χέρι θα τ αγγίξω τ' αστέρια. Ανάβω τσιγάρο και χαζεύω τη φλογίτσα, κόκκινο μέσα στο γκρι μπλε της νύχτας και της θάλασσας. Απλώνω το χέρι στην άμμο και την νοιώθω να γλυστράει και να ρέει μέσα στη χούφτα μου. Μακριά πολύ μακριά ακούγεται σαν συνεχής βοή η ζωή που τρέχει αντάμα με το αλκοόλ και τις τρελές αγκαλιές στα μπαρ και στους πεζόδρομους του χωριού εκείνου που εγώ γνώρισα πριν καν αποκτήσει ρεύμα, νερό και τηλέφωνο και πριν γεμίσει ξενοδοχεία "Μυρτώ", "Μπάμπης", "Αννούλα", "Ροδάνθη" κλπ εμπνευσμένα ενοικιαζόμενα. Η σκέψη τρέχει, κολυμπά, λυκνίζεται στο ήρεμο νερό. Στιγμές γεμάτες χαρά και τρέλα, στιγμές αλησμόνητες, στιγμές γλυκές και πικρές, στιγμές χαραγμένες ανεξίτηλα στην καρδιά μου, στη μνήμη, στο σώμα μου.
Σιγοτραγουδώ ένα παλιό τραγούδι, πολύ πολύ παλιό, ο πατέρας μου το τραγουδούσε κάθε που μ' έβλεπε να κλαίω, μικρό παιδί σαν ήμουνα,

Μοβόρο πάντοτε με λες
γιατί γελάω όταν κλαίς,
στο λέω τι συμβαίνει,
το κλάμα σ' ομορφαίνει.

Τι όμορφη που είσαι όταν κλαίς,
το δάκρυ σαν διαμάντι αργοκυλάει.
Αγάπη μου, τι όμορφα που κλαίς.
Ακόμα λίγο κλάψε και σου πάει.

Ξανά σε πρόσεξα κι εχτές,
την ώρα π' άρχισες να κλαίς
και ήσουνα, βρε φως μου
η πι'όμορφη του κόσμου.

Τι όμορφη που είσαι όταν κλαίς,
το δάκρυ σαν διαμάντι αργοκυλάει.
Αγάπη μου, τι όμορφα που κλαίς.
Ακόμα λίγο κλάψε και σου πάει.

Μοβόρο, μη με ξαναπείς
και την αλήθεια αν θες να δείς,
κοιτάξου στον καθρέφτη,
δεν θα με βγάλεις ψεύτη.

Τι όμορφη που είσαι όταν κλαίς,
το δάκρυ σαν διαμάντι αργοκυλάει.
Αγάπη μου, τι όμορφα που κλαίς.
Ακόμα λίγο κλάψε και σου πάει.

Δεν το θέλω...ειλικρινά χωρίς να το θέλω βουρκώνουν τα μάτια τώρα εδώ, με το τσιγάρο στο χέρι και το τζιν δίπλα, καταμεσής της πόλης...