Περάστεεεεεε....λίγο απ' όλα...παζάρι στην ακμή του, τέντες πολύχρωμες, μουσικές δυνατές, καλούδια ποικίλα ΑΑΑ ποιότητας, ζωή αληθινή χωρίς signe περιτύλιγμα, ο κύριος κοιμάται στην καρέκλα με το στόμα ανοιχτό, μακάριος, και δίπλα η καντίνα μοσχοβολάει...σουβλάκια, λουκάνικα και μύγες...στιγμές δυνατές.
Τρίτη 18 Αυγούστου 2009
VI. Μιλτιάδης Μαλακάσης Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1869. Από πολύ μικρός άρχισε να γράφει ποιήματα, εύθυμους, σατυρικούς αλλά και ρομαντικούς στίχους καθώς και αισθηματικά πεζά. Έζησε στην Αθήνα και ταξίδεψε στη Γερμανία και τη Γαλλία, όπου παρέμεινε για 8 χρόνια στο Παρίσι. Συνδέθηκε στενά με τον Ζαν Μωρεάς και παντρεύτηκε την κόρη του τότε πολιτευτή Επαμεινώνδα Δεληγιώργη. Το 1924 πήρε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και επί 20 χρόνια διετέλεσε διευθυντής της βιβλιοθήκης της Βουλής. Πέθανε το 1943 μετά από μακρά ασθένεια. Παρά την επιφανειακότητα του έργου του, δεν απουσιάζουν μια ειλικρινής θλίψη, προβληματισμός και έντονο ερωτικό στοιχείο.
Πωπωπωπωπω βαριέμαι θανάσιμα σήμερα! Κάθε χρόνο τέτοια μέρα βαριέμαι ακριβώς το ίδιο θανάσιμα! παιδικό τραύμα από τότε που μαζευόταν όλο το σόι στο πάλαι ποτέ ψαράδικο χωριουδάκι που δεν είχε φως, νερό, τηλέφωνο....μόνο θάλασσα, αλμυρίκια και το mike's place που πρωτοφάγαμε πατάτες τηγανητές με Ketchup ακούγοντας Jimmy Hendrix...(προχωρημένη κατάσταση!)...τουτέστιν το σημερινό Λιμάνι Χερσονήσου (για τους αμύητους, σαν να λέμε..."το γαμήσαμε το φυσικό κάλλος"). Έτσι λοιπόν, και επειδή μετά που διαλύσανε τα πάντα στο μικρό αυτό χωριουδάκι και το μετέτρεψαν σε κακέκτυπο των τουριστικών θερέτρων της υφηλίου, κάθομαι στο σπιτάκι μου στο Ηράκλειο και βαριέμαι...Έτσι, σκέφτηκα να σας παρουσιάσω την λατρευτή μου οικογένεια, που αριθμεί έξι (6) <έμφαση!!!!!!!!!!!!!!!!!> παιδιά...και μάλιστα με σειρά ιεραρχίας... Έχουμε και λέμε λοιπόν...
Η Γιαγιά μας... ...δεν το βάζει κάτω που ο κόσμος να χαλάσει...ίσως είναι η πιο ηλικιωμένη αρχόντισσα που παίζει ανελλιπώς λόττο, τζόκερ, στοίχημα κλπκλπ στο γειτονικό προπατζίδικο...
Ο Στύλος του σπιτιού μας... ...Πάτερ Φαμίλιας απολύτως ισορροπημένος όπως πολύ καλά διαπιστώνετε...
Ο Μεγαλύτερος Υιός... ...αχ αυτή η πόζα όταν δεν έχω απλώσει τα ρούχα εγκαίρως, όταν δεν έχω μαγειρέψει, όταν δεν έχω ψωνίσει, όταν δεν έχω μαζέψει τα ρούχα εγκαίρως, όταν καπνίζω, όταν βουρτσίζω τα δόντια μου κι αποφασίσει ότι θέλει να κάνει ντους, όταν, όταν , όταν...αξιολάτρευτο παιδί...
Η Κορούλα μου νούμερο 1... ...μια σκληρά εργαζόμενη μητέρα και καλή νοικοκυρά, με άλλα λόγια μια freaked "i am NOT a housewife"...κούκλα όμως...
Ο νεότερος Υιός... ...καλλιτέχνης φευγάτος, παντού και πουθενά, μη διανοηθούμε να του πούμε την "ἑξω από δω" λέξη...ΠΡΕΠΕΙ...την έκανε επί τόπου με ελαφρά για κάποιο ξερονήσι...αρνείται μέχρι θανάτου να αποκτήσει κινητό.
Η Κορούλα μου νούμερο 2 (θα με σφάξει η 1)... ...μη την βλέπετε έτσι...την ξυρίσαμε με ψιλή πριν 3 μέρες πριν πάει από θερμοπληξία...κανονικά είναι ΘΕΑ!
η Grand Mama, εγω δλδ... ...δεν θέλω σχόλια...δεν μου έχει μείνει άλλος τρόπος επιβίωσης!
Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009
Ζηλεύω...
Θαυμάζω...
Αναρωτιέμαι...
Ταξιδεύω...
Υποκλίνομαι...
Ζηλεύω που δεν είμαι εκεί...
Θαυμάζω τη σύνθεση, τα χρώματα, τη στιγμή...
Αναρωτιέμαι πώς πέρασαν τόσα χρόνια από τότε που χωνόμουν κι εγώ σ' ένα υπνόσακκο κάπου σε κάποιο νησί, σε κάποια παραλία, στο πουθενά...
Ταξιδεύω, γιατί τα ταξίδια ποτέ δεν τελειώνουν στα όνειρά μας...
Υποκλίνομαι στην ποιότητα του φωτογράφου...
Γαύδος, Αύγουστος 2009
V. Γιάννης Γρυπάρης Γεννήθηκε στη Σίφνο το 1871. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και στη συνέχεια στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, χωρίς ωστόσο να έχει πάρει ακόμα πτυχίο. Επέστρεψε στην Πόλη, εργάστηκε ως δάσκαλος και στα 1895 μετά τη σφαγή των Αρμενίων, εγκατέλειψε οριστικά την Πόλη, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, έγινε διδάκτορας φιλολογίας και μπήκε στους φιλολογικούς κύκλους με τη βοήθεια του Γρηγόρη Ξενόπουλου. Το 1942 βρέθηκε νεκρός στο κρεβάτι του, από την πείνα και τις στερήσεις της κατοχής. Υπήρξε εξαιρετικά επιτήδειος στη ρίμα κια το μέτρο, και ένας από τους πιο ευαίσθητους σονετογράφους. Η ποίησή του διακρίνεται για την ηδυπάθεια και τον ερωτισμό της. Επιπλέον, οι μεταφράσεις του Σοφοκλή και του Ευριπίδη, στήριξαν αφάνταστα τη θεατρική αναβίωση του αρχαίου δράματος στις μέρες μας.
Τα νεύρα μου! Τελικά είμαι ανεπίδεκτη μαθήσεως σε ό,τι έχει σχέση με τους υπολογιστές, 3 ώρες παιδεύομαι να διορθώσω την playlist μου!!!!!! Τα 'κανα μπάχαλο, εκνευρίστηκα, έκανα 300 φορές επανεκκίνηση, έβρισα 300000 φορές τη χαζομαρα μου, διαολόστειλα 3000000000 φορές τον Bill Gates και τις εφευρέσεις του και στο τέλος εκτονώθηκα με το youtube...
...και η αποθέωση!!!! Ακούστε το με τα ηχεία σας στο φουλ! αααααααααααααααααααχ! ηρέμησα, είναι 2.08 γλυκια νύχτα και πάω να κοιμηθώζζζζζζζζζΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖζζζζζζζζζζΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖζζζζζζζζζζ!!!
Κυριακή 9 Αυγούστου 2009
Χωρίς λόγια...
Όνειρα γλυκά.
Σάββατο 8 Αυγούστου 2009
IV. Κώστας Καρυωτάκης Γεννήθηκε στη Τρίπολη στις 30 Οκτώβρη 1896 και σπούδασε Νομικά στην Αθήνα. Το Φλεβάρη του 1919 εξέδοσε την πρώτη ποιητική του συλλογή "Ο Πόνος Των Ανθρώπων & Των Πραγμάτων", που δε παίρνει καλή κριτική. Το 1921 κυκλοφόρησε η δεύτερη συλλογή του τα "Νηπενθή". Την εποχή αυτή συνδέθηκε στενά με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής. Το Δεκέμβρη του 1927 εκδόθηκε η τελευταία του συλλογή, "Ελεγεία και Σάτιρες". Στις 20 Ιουλίου 1928, στην Πρέβεζα, αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή του πέφτοντας γυμνός στη θάλασσα και μάταια προσπαθώντας επί 10ωρο να πνιγεί. Το πρωί της επόμενης μέρας, απτόητος, αγόρασε ένα περίστροφο και φύτεψε μια σφάιρα στην καρδιά του. Στην τσέπη του βρέθηκε το τελευταίο του σημείωμα:
"Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να 'ρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας. Υ.Γ. Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ ν' αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου". Κ.Γ.Κ.
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ
Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ως την άκρη του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα. Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία. Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσίς του δρόμου, ο Σάντσος λέει «δε σ' το 'λεγα;» μα εκείνοι των μεγάλων σχεδίων, αντάξιοι μένουνε και: «Σάντσο, τ' άλογό μου!» Έτσι αν το θέλει ο Θερβάντες, εγώ τους είδα, μέσα στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα, με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν' απαρνηθούν τις πρώτες. Τους είδα πίσω να 'ρθουνε -- παράφρονες, ωραίοι ρηγάδες που επολέμησαν γι' ανύπαρχτο βασίλειο -- και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πως ρέει, την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!