Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010
Το τελευταίο όνειρο...Αντίο Δημήτρη
("Ονειρα", Ακίρα Κουροσάβα)
Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010
Νίκος Ξυλούρης

ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ
Στη μνήμη του Αρχάγγελου
Ιστορική ημέρα η 7η Ιουλίου του 1936, αν και κανείς τότε δεν γνώριζε στα Ανώγεια την πορεία που θα ακολουθούσε ένα αγόρι που γεννήθηκε τότε. Ένα αγόρι που από πολύ μικρό έδειξε την κλίση του στο τραγούδι και τη μουσική. Δώδεκα ετών αποκτά την πρώτη του λύρα για να εξελιχθεί πολύ γρήγορα σ΄ έναν από τους πλέον περιζήτητους σε γάμους, βαφτίσια και λοιπές κοινωνικές εκδηλώσεις, οργανοπαίχτες και τραγουδιστές της περιοχής του. Δεκαεπτά μόλις χρόνων δουλεύει στο Ηράκλειο, στο κέντρο "Κάστρο".
Όπως ο ίδιος αφηγούνταν, στην αρχή τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. « ... Εις τα ορεινά χωριά της Κρήτης δεν ημπορούσε να εισχωρήσει αυτό που εισχώρησε στις πόλεις. Εκεί χόρευαν ταγκά, βαλς, ρούμπες, σάμπες και είμαστε υποχρεωμένοι εμείς να τα μαθαίνουμε αυτά τα τραγούδια, να τα παίζουμε στα πανηγύρια και στους γάμους, για να μπορούμε να ζήσουμε και ‘μεις, να βγάλουμε τα έξοδα μας και να τους κάνουμε σιγά-σιγά ν΄ αλλάξουνε και να αγαπήσουνε την κρητική μουσική».
Τέλη του 1958 έρχεται η πρώτη ηχογράφηση. Είναι το τραγούδι "Κρητικοπούλα μου" ("μια μαυροφόρα όταν περνά"). Λίγο νωρίτερα είχε παντρευτεί την Ουρανία Μελαμπιανάκη, κόρη ευκατάστατης οικογένειας του Ηρακλείου. Εγκαθίστανται στο Ηράκλειο και το 1960 έρχεται στον κόσμο το πρώτο τους παιδί, ο Γιώργος και έξι χρόνια μετά το δεύτερο, η Ρηνιώ.
Το 1966, βγαίνοντας για πρώτη φορά από την Ελλάδα, συμμετέχει στο πασίγνωστο φολκλορικό φεστιβάλ στο Σαν Ρέμο και παίρνει το πρώτο βραβείο. Το 1967 ανοίγει στο Ηράκλειο το πρώτο κρητικό κέντρο, τον "Ερωτόκριτο". Το Φεβρουάριο του 1969 ηχογραφεί την ανοιχτή "Ανυφαντού", ένα τραγούδι που "σπάει ταμεία". Ακολουθούν εμφανίσεις στην Αθήνα, στο κέντρο "Κονάκι" και το Σεπτέμβριο εγκαθιστάται μόνιμα στην πρωτεύουσα.
Ένας άνθρωπος που ξέρει να κρίνει καλά τα ταλέντα, ο σκηνοθέτης Ερρίκος Θαλασσινός, μιλάει γι΄ αυτόν στον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. Το καλοκαίρι του 1970 ο διευθυντής της COLUMBIA Τάκης Λαμπρόπουλος κατεβαίνει μαζί του στ΄ Ανώγεια, γίνονται κουμπάροι και ξεκινούν μια συνεργασία σε νέα πλαίσια. Η αρχή είχε γίνει και το ποτάμι δεν γύριζε πίσω. Η κρητική παραδοσιακή μουσική θα αποκτούσε μια δυναμική που ποτέ δεν είχε στο παρελθόν, όσο μεγάλοι κι αν ήταν οι καλλιτέχνες, οι τραγουδιστές και οι οργανοπαίχτες που την υπηρέτησαν.
Με τον Γιάννη Μαρκόπουλο συνεργάζονται για πρώτη φορά στο "Χρονικό", ενώ το Μάιο του 1971 ξεκινούν κοινές εμφανίσεις στην μπουάτ "Λήδρα" στην Πλάκα. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας η φωνή του Ξυλούρη γίνεται σημαία αντίστασης. "Πότε θα κάνει ξαστεριά" ,"Αγρίμια κι αγριμάκια μου"... πόσοι από εμάς δεν τα τραγουδήσαμε, πόσοι από εμάς δεν στηρίξαμε την κρυφή δημοκρατική μας ελπίδα σε αυτούς τους στίχους. Ακολουθούν συνεργασίες με τον Σταύρο Ξαρχάκο και τον Χρήστο Λεοντή, ενώ το καλοκαίρι του 1973 τραγουδά σε μια παράσταση που ανεβάζουν η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος στο θέατρο "Αθήναιον" με θέμα την ιστορική διαδρομή της Ελλάδας στα νεότερα χρόνια, "Το μεγάλο μας τσίρκο".
Από τη "Λήδρα" στην "Αρχόντισσα" και στην "Αποσπερίδα". Ξανά στη "Ληδρα", μετά στο "Κύτταρο" και στο "Θεμέλιο". Εξι μελωδικού σταθμοί μέχρι το 1979. Μετά τη μεταπολίτευση ηχογραφεί τα "Αντιπολεμικά" τραγούδια του Λίνου Κόκοτου και του Δημήτρη Χριστοδούλου και ορισμένα μελοποιημένα από τον Ηλία Ανδριόπουλου ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη. Με τον "Αργαλειό", το "Φιλεντέμ", τον "Πραματευτή" αλλά και το "Μεσοπέλαγα αρμενίζω" η φωνή του Νίκου μας κάνει το γύρο του κόσμου.
Είναι όμως η τελευταία φορά που ακούγεται. Η μόνη μάχη που έχασε ήταν αυτή με την επάρατη νόσο, όταν άφησε για πάντα τα εγκόσμια την Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου του 1980, σε ηλικία μόλις 44 χρονών. Είχε πολλά να δώσει ακόμα και ίσως ο Θεός, που τόσο αγαπούσε ο Νίκος, να έκανε λάθος. Η ψυχή του και η φωνή του όμως παραμένει ζωντανή στις ψυχές των Κρητών σε ολόκληρο τον κόσμο που τον σιγοτραγουδούν ακόμη και σήμερα, κρατώντας άσβηστη την φλόγα της κρητικής λεβεντιάς. Κι όμως, ο Ξυλούρης είχε προφητέψει ακόμη και το θάνατό του ...
Μια μέρα μια Παρασκευή
θα πέσω να πεθάνω
και μια Λαμπρή θ’ αναστηθώ
από το χώμα απάνω.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΙΑΪΤΣΗΣ
"από τις ΣΤΙΓΜΕΣ, το Κρητικό περιοδικό"
Το πλήρες άρθρο στο τεύχος νο 72 (2003) των ΣΤΙΓΜΩΝ
Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010
Αποδείξεις...!!!!!

Εἰς τά θεμέλια τοῦ φρενοκομείου
Ὢ Ἑορτὴ τῶν Ἑορτῶν... Ὢ εὐτυχὴς ἡμέρα!
Ὤ! τώρα πρέπει ὁ καθεὶς τοῦ Ἄστεως πολίτης
νὰ βάλει στὸ μπαλκόνι τοῦ μιὰ κόκκινη παντιέρα
μὲ μιὰ χρυσὴν ἐπιγραφὴ «Ζωρζὴς Δρομοκαΐτης».
Ναί! τώρα πρέπει στολισμὸς μὲ δάφνες καὶ μυρσίνες,
ναί! τώρα πρέπουν κανονιές, φανάρια καὶ ρετσίνες.
Φρενοκομεῖο κτίζεται καὶ στὴ σοφὴν Ἑλλάδα!
ἄ! ὁ Θεὸς ἐφώτισε τὸν Χιώτη τὸν Ζωρζὴ
καὶ τώρα μέσα στοῦ Δαφνιοῦ τὴ τόση πρασινάδα
θὰ βρίσκουμε παρηγοριὰ κι ἡ μνήμη του θὰ ζεῖ.
Ὢ μέγα εὐεργέτημα τῶν εὐεργετημάτων!
Ὢ μόνον οἰκοδόμημα τῶν οἰκοδομημάτων!
Θέλει λαμπρὸν Μαυσώλειον αὐτὸς ὁ κληροδότης,
παιάνας κι ἀποθέωσιν εἰς τρίτους οὐρανούς!...
Εὑρέθη μὲς στοὺς Χιώτηδες, μὲ γνώση κι ἕνας Χιώτης,
κι ἐσκέφθη ὁ μεγάλος του καὶ πρακτικός του νοῦς
πῶς μέσα στὴν Ἑλλάδα μας ποὺ πλημμυροῦν τὰ φῶτα,
Φρενοκομεῖον ἔπρεπε νὰ γίνει πρῶτα-πρῶτα.
Γιώργος Σουρής, Ἀπρίλης 1884
(Αφιερωμένο στην τρέλλα μας...γαμώ την τρέλλα μας, ανεξάντλητη είναι!!!)
Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010
Γκρέκο Μασκαρά...Καλή Τσικνοπέμπτη!!!
Γεια σου Αθάνατε Γιάννη...
Τσίρκο, παράγκα, φίρμα γκρέκα
τέμπο, μουργέλα, αγγαρεία
γκράντε μαέστρο καλαμπόρτζο
ράτσα μπαρούφα, ομελέτα, ιστορία
γκράντε μαέστρο καλαμπόρτζο
ράτσα μπαρούφα, ομελέτα, ιστορία
Μασκαρά, γκρέκο μασκαρά
μασκαρά, γκρέκο μασκαρά
Μάτσο αμάκα καπιτάλε
σκάρτο, τανάλια, πολιτσία
φράγκο, ρεζέρβα, φαλιμέντο
περκέ μαντζάρε σοσιαλίστε κομπανία
φράγκο, ρεζέρβα, φαλιμέντο
περκέ μαντζάρε σοσιαλίστε κομπανία
Μασκαρά, γκρέκο μασκαρά...
Σβέλτα, μαντόνα, μανιβέλα
φρένο, στραπάτσο, αραμπόλα
μόδα, καβάλα, ντόλτσε βίτα
τρόμπα, φιγουρα, σαχλαμάρα κι άρπα-κόλλα
Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010
Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010
Σπιναλογκα...το νησι των δακρυων
Σήμερα η παγκόσμια ημέρα κατά της λέπρας...
Χωρίς πολλά λόγια...μια μικρή περιπλάνηση στην τραγική Σπιναλόγκα...
Σπιναλόγκα. Ιερός και τραγικός τόπος, με αμέτρητες μνήμες.
Ελάχιστοι είναι οι επισκέπτες της Κρήτης, Έλληνες και ξένοι που δεν έχουν περπατήσει στα δρομάκια της και δεν έχουν νοιώσει την ιστορία, το δράμα, την τραγικότητα της νησίδας αυτής που κλείνει τη βόρεια είσοδο του κόλπου της Ελούντας, μια θέση - κλειδί για τον έλεγχο του φυσικού λιμανιού της. Μια νησίδα με έκταση μόλις 85 στρέμματα και 53 μ. υψόμετρο, όπου η ιστορία και ο πολιτισμός έγιναν ένα με το ανθρώπινο δράμα στο πέρασμα των χρόνων.
Όπως, με πολύ γλαφυρό τρόπο, λέει στο «Έθνος της Κυριακής» ο ερευνητής, συγγραφέας και εκπαιδευτικός Μανόλης Μακράκης, εκδότης του περιοδικού «Ελούντα» του Πολιτιστικού Συλλόγου της περιοχής, «Σπάνια σ' ένα μνημείο η Ιστορία μιλά τόσο εύγλωττα από τα βάθη των αιώνων. Σπάνια ένα μνημείο κουβαλά στα σπλάχνα του τη σφραγίδα της αρχαίας Ελλάδας, των Σαρακηνών, των Ενετών, των Τούρκων, των Νεοελλήνων».
Οχυρώθηκε το πιθανότερο κατά την ελληνιστική περίοδο, με μεγάλο οχυρωματικό περίβολο. Πάνω στα ερείπια του αρχαίου κάστρου οι Βενετοί οικοδόμησαν ισχυρό φρούριο, στα μέσα του 16ου αιώνα. Κατά την περίοδο εκείνη, το φρούριο χρησιμοποιήθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς και στον Κρητικό Πόλεμο αποτέλεσε καταφύγιο και ορμητήριο προσφύγων και χαϊνηδων. Από την περίοδο εκείνη, σώζονται οι θολωτές δεξαμενές, το κτίριο της φρουράς, το τρίδυμο κτίριο και η πυριτιδαποθήκη δίπλα στο ναό του Αγίου Νικολάου.
Την περίοδο του Κρητικού πολέμου (1645-1669) οι οχυρώσεις ανακαινίστηκαν και συμπληρώθηκαν. Τότε κτίστηκαν οι ναοί του Αγίου Παντελεήμονα και του Αγίου Γεωργίου.
Οι Ενετοί κράτησαν τη νησίδα και μετά το 1669, χρονιά που ο Χάνδακας, η πρωτεύουσα της ενετικής Candia, έπεσε στα χέρια των Τούρκων.
Το 1715, το νησί καταλήφθηκε από τους Τούρκους οπότε διαμορφώθηκε σταδιακά ως οικισμός καθαρά οθωμανικός, πάνω στα θεμέλια των ενετικών κτισμάτων. Αρκετά κτίσματα από την περίοδο αυτή, κυρίως διώροφες οικίες, περιτοιχισμένες από ψηλούς μαντρότοιχους, και εμπορικά καταστήματα με μεγάλες μαγαζόπορτες και τζαμωτά ανοίγματα, σώζονται μέχρι σήμερα.
Κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας και απομόνωσης. Όμως κατά το τέλος του 19ου αι., ο ρόλος του λιμανιού της Σπιναλόγκας απόκτησε άδεια εξαγωγικού εμπορίου και συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό κατοίκων, κυρίως έμπορων και ναυτικών.
Μετά τα γεγονότα του 1897 και την απομάκρυνση των Οθωμανών, στη Σπιναλόγκα εγκαταστάθηκαν Γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Το 1903, η Κρητική Πολιτεία θέσπισε την απομόνωση των λεπρών που μέχρι τότε παρέμεναν απομονωμένοι στην περιοχή της Μεσχινιάς ανατολικά του Ηρακλείου, και σε αντίστοιχες περιοχές άλλων πόλεων του νησιού, και αποφάσισε τη δημιουργία Λεπροκομείου στη Σπιναλόγκα. Οι άρρωστοι εγκαταστάθηκαν στα κτίρια του τούρκικου οικισμού και σε άλλα κτίρια που κτίστηκαν τη δεκαετία του '30.
Οι αλλαγές που αναγκαστικά επήλθαν μετά την εγκατάσταση των χανσενικών, άλλαξε εντελώς την αρχική μορφή του ενετικού φρουρίου. Το οθωμανικό τέμενος μετατράπηκε σε νοσοκομείο, ο προμαχώνας Donato σε νεκροταφείο του Λεπροκομείου, ενώ το 1939, για να ανοιχθεί ο περιμετρικός δρόμος που υπάρχει σήμερα στη νησίδα, καταστράφηκαν με δυναμίτιδα μεγάλα τμήματα του τείχους.

Η δύσκολη ζωή των αρρώστων, που έμειναν στο νησί μέχρι το 1957, άφησε το στίγμα της στο νησί και το φόρτισε συναισθηματικά, ως τόπο μαρτυρίου και ιστορικής μνήμης. Η Σπιναλόγκα έγινε μια απέραντη τρώγλη, ένα νεκροταφείο υπό προθεσμία, χωρίς την παραμικρή οργάνωση, χωρίς φαρμακευτική αγωγή για τους νοσούντες, χωρίς ελπίδα.
Κι αυτό που διαφοροποιεί την Σπιναλόγκα από τα άλλα αξιοθέατά μας, είναι ότι εδώ η γη ποτίστηκε με ιστορίες αδιέξοδα τραγικές, που όμως μέσα στην απόλυτη απελπισία τους κατόρθωναν να στήσουν ρωγμές ελπίδας και ζωής, όπως αυτές που φτιάχνουν ο έρωτας, η πίστη, το ανθρώπινο πείσμα κι η αέναη δίψα για ένα πιο αισιόδοξο αύριο.
Περνοδιαβαίνοντας τα κακοτράχαλα σοκάκια της Σπιναλόγκας ακόμη και σήμερα, νοιώθεις την πίκρα που πότισε τον τόπο.

Ίσως όσοι την επισκέπτονται θα ‘πρεπε να γνωρίζουν τα λόγια που άφησε ως παρακαταθήκη του ο άνθρωπος -που όντας φοιτητής της Νομικής τότε κι ασθενής ο ίδιος- οργάνωσε στην Σπιναλόγκα την κοινωνία των λεπρών το 1936, ο Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης: «Περπατώντας στον δρόμο της Σπιναλόγκας, σταμάτησε και κράτησε την αναπνοή σου. Από κάποιο χαμόσπιτο τριγύρω σου θα ακούσεις τον απόηχο από κάποιο μοιρολόγι μιας μάνας, μιας αδελφής ή τον αναστεναγμό ενός άνδρα. Άφησε δύο δάκρυα από τα μάτια σου και θα δεις να λαμπυρίζουν εκατομμύρια δάκρυα που πότισαν αυτόν τον ίδιο δρόμο, που εσύ διαβαίνεις σήμερα».




