Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΣΠΑΝΑΚΗΣ...με αφορμή την εγκατάλειψη της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης...ΝΤΡΟΠΗ ΜΑΣ!!!

Διάλεξη που έδοσα για τον αείμνηστο Στέργιο Σπανάκη το 2009. Την αφιερώνω σήμερα σε όσους πονούν και σε όσους αγωνίζονται για το θησαυρό που λέγεται Βικελαία Βιβλιοθήκη.


Δεν είναι η πρώτη φορά που το Ηράκλειο αποτίνει φόρο τιμής στον Στέργιο Σπανάκη. Πολλά τα αφιερώματ, οι εκδηλώσεις, οι δημοσιεύσεις για τη ζωή και το έργο του. Όλοι οι ιστορικοί, αρχαιολόγοι και ερευνητές όχι μόνο της γενιάς μου αλλά και των προηγούμενων και των επόμενων γενιών σε κείνον ανατρέχουν και θα ανατρέχουν. Το έργο του υπήρξε μνημειώδες και θα παραμείνει πάντα αναφορά για κάθε νέα προσπάθεια έρευνας των σελίδων της ιστορίας μας. Ανήκει στην γενιά εκείνη των μεγάλων Κρητολόγων, ανάμεσα στους κορυφαίους Στέφανο Ξανθουδίδη, Νικόλαο Πλάτωνα, Στυλιανό Αλεξίου, Θεοχάρη Δετοράκη, Νικόλαο Σταυρινίδη, Λευτέρη Πλατάκη, με προσφορά στον τόπο μας, σημαντική και πολύτιμη. Έφυγε τον Φεβρουάριο του 1994, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό και ένα ανεπανάληπτο έργο.
Η ζωή του Στέργιου Σπανάκη είναι ευρύτερα γνωστή μέσα από τις δημοσιεύσεις και τα αφιερώματα αλλά και μέσα από την «Οδύσσειά» του, την αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε και κυκλοφόρησε την ημέρα που πλήθος κόσμου τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία. Ως Έφορος της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης, μιας από τις σημαντικότερες βιβλιοθήκες της Ελλάδας, έβαλε την πρώτη σφραγίδα στην μετέπειτα δυναμική παρουσία της στο χώρο των γραμμάτων και της επιστήμης.


Με μόνα εφόδια τη θέληση και τη φιλομάθεια, χωρίς υποστηρικτές, χωρίς οικονομικούς πόρους, χωρίς ποτέ να σκύψει το κεφάλι σε κατακτητές, πολέμιους ή απειλές, κατάφερε να μπει και να παραμείνει εσαεί στην πρώτη γραμμή των ερευνητών εκείνων που έριξαν φως στην ιστορία μας, αφήνοντας παρακαταθήκη αλλά και αφετηρία για μας τους επόμενους, το μνημειώδες έργο του.


Ο Στέργιος Σπανάκης, έβδομο και τελευταίο παιδί της οικογένειας Σπανάκη, από τις παλιότερες του Τζερμιάδω, γεννήθηκε στις 15 του Ιούνη του 1900 και του δόθηκε το όνομα Στερεός «για να στεριώσει» αφού είχε προηγηθεί ο θάνατος του προηγούμενού του αδελφού.


Από μικρό παιδί έδωσε δείγματα αξιοπρέπειας και πείσματος. Όπως αναφέρει ο ίδιος, sτο δημοτικό σχολείο, μια τιμωρία για ένα ασήμαντο γεγονός, την προσήλωσή του στον κουρκουμά του, που του κόστισε ένα χαστούκι από το δάσκαλό του, τον έκανε να απαρέσκεται στην ιδέα του σχολείου και να το ρίχνει στο σκασιαρχείο!


Παρά τα σκασιαρχεία, τελείωσε το 1912 το Δημοτικό και στα 13 του χρόνια αναγκάστηκε πρώτα να δουλέψει σαν τσιράκι κοντά στον καλύτερο τεχνίτη της περιοχής Στέφανο Μαρκάκη που έστηνε τους μύλους στο οροπέδιο Λασιθίου, και να αναλάβει όλες τις γεωργικές δουλειές του σπιτιού, το όργωμα, τη σπορά, την πώληση των κηπευτικών τους στη Νεάπολη και το Ηράκλειο. Η μάνα του, μετά τη στράτευση του μεγάλου του αδελφού Νίκου και τη συμμετοχή του στους Βαλκανικούς Πολέμους όπου υπηρέτησε ως πιλότος στην αεροπορία, αδυνατούσε να τα βγάλει πέρα με τις γεωργικές αυτές εργασίες, που σήκωσε στους μικρούς ώμους του ο νεαρός Στέργιος. Έκανε ακόμα και τον αγωγιάτη για λογαριασμό ξένων παραγωγών, μεταφέροντας προϊόντα τους στο Ηράκλειο και σε διάφορα χωριά, όπου τα διέθετε στο χονδρεμπόριο ή σε καλούς πελάτες, είτε περπατώντας ολημερίς είτε στη συνέχεια με ένα μουλάρι που κατάφερε να αγοράσει.


Κι έτσι μεγάλωνε, έχοντας ξεχάσει τα λίγα γράμματα που είχε μάθει στο Δημοτικό, χωρίς να μπορεί να ξαναπιάσει βιβλίο στα χέρια του, γυρνώντας στα χωριά και στις πόλεις φορτωμένος πατάτες και φασόλια, φτιάχνοντας μύλους και βλέποντας τα άλλα παιδιά της ηλικίας του να παίζουν στις αυλές καθώς γυρνούσε κατάκοπος από τις σκληρές δουλειές του αγρότη. Η πορεία του Στέργιου Σπανάκη θα ήταν προκαθορισμένη κάτω από τις συνθήκες αυτές, αν δε αποφάσιζε να πάρει τη ζωή του στα χέρια του και να την αλλάξει ολοκληρωτικά.


Το πείσμα του και η ανάγκη του για μάθηση, τον οδήγησαν τελικά, το 1918 πια, με τη βοήθεια του δευτεροξαδέλφου του Αριστοτέλη Γραμματικάκη, του γνωστού ιδρυτή της εφημερίδας ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ, στο «Λύκειον ο Κοραής», όπου γράφτηκε στην τρίτη τάξη του ελληνικού Γυμνασίου, ως «Στέργιος Σπανάκης». Εγκατέλειψε την κρητική βράκα, τα στιβάνια και τη ζωή του αγρότη κι αγωγιάτη, και μαθητής στην πόλη πια, έχοντας να αντιμετωπίσει εκεί παιδιά κατά έξι χρόνια μικρότερα, περνούσε τις τάξεις του Γυμνασίου μέχρι το 1922, επιστρέφοντας πάντα τα καλοκαίρια στον τόπο του για να συνεχίσει εκεί ξανά τις αγροτικές δουλειές. Στο Γυμνάσιο έζησε την επιδημία της γρίππης του 1919, και στο Ηράκλειο και στο χωριό του, την οποία περιγράφει γλαφυρά στην αυτοβιογραφία του λέγοντας χαρακτηριστικά, «…έφαε περισσότερους ανθρώπους απ’ ότι ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και οι Βαλκανικοί πόλεμοι μαζί».


Την περίοδο εκείνη ανέτειλε το Μικρασιατικό Μέτωπο. Ο Στέργιος Σπανάκης, θέλοντας με κάθε θυσία να τελειώσει το Γυμνάσιο, πήγε στην Αλεξάνδρεια με τη βοήθεια του αδελφού του που διέμενε εκεί, υπό δραματικές συνθήκες, όπου γράφτηκε στο Αβερώφειο Γυμνάσιο το οποίο όμως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής. Γύρισε στο Ηράκλειο και κατατάχτηκε στο στρατό, στη στρατιά του Έβρου από όπου αποστρατεύτηκε το 1923 μετά την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης. Τότε τέλειωσε επιτέλους τις γυμνασιακές του σπουδές και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών για το ακαδημαϊκό έτος 1923-1924. Αφηγείται ο ίδιος στην «Οδύσσεια» του, «Μελετούσα τα μαθήματα του έτους και έδιδα τις εξετάσεις αφού δεν είχα τα οικονομικά μέσα να παρακολουθώ τις παραδόσεις των καθηγητών. Το ίδιο συνεχίστηκε και τα επόμενα ακαδημαϊκά έτη 1923-1924, 24-25 και 25-26 και έκανα την εγγραφή μου στο επόμενο οικονομικό έτος 1926-1927».
Έφτασε έτσι στο τέλος της φοίτησης στη Νομική Σχολή χωρίς όμως να πάρει το πτυχίο της Νομικής, όπως προκύπτει από την αυτοβιογραφία του.
Το 1923 βρίσκει τον Στέργιο Σπανάκη, με εφόδια το απολυτήριο του Γυμνασίου και τις συνεχιζόμενες σπουδές του στη Νομική σχολή, και όπλα τη θέληση και το πείσμα του, έτοιμο να μπει δυναμικά στα δρώμενα της πόλης του Ηράκλειου, σε μια περίοδο που μεσουρανούσαν οι μεγάλες οικογένειες, οι κλειστές λέσχες, ο συντηρητισμός και τα ταμπού που χαρακτηρίζουν κάθε μικρή κλειστή κοινωνία.
Και από τότε, πολύ νέος ακόμα, έμαθε να παλεύει με τους «απέναντι», που όπως πολύ καλά γνωρίζουμε είναι απείρως πιο επικίνδυνοι από τα στοιχεία της φύσης που πάλευε από τα μικρά του χρόνια στα βουνά του Λασιθίου.


Στις αρχές του 1924, μετά την καταστροφή της Μικράς Ασίας είχε ιδρυθεί στο Ηράκλειο μια οργάνωση Εφέδρων αξιωματικών με την επωνυμία «Ένωση Εφέδρων πολεμιστών Ν. Ηρακλείου», με τμήματα σε όλο το νομό και με δικό της δημοσιογραφικό όργανο, τη «Φωνή του Εφέδρου», στην οποία είχε προσληφθεί ως ειδικός γραμματέας. Στην εφημερίδα αυτή έγραφε συστηματικά με το ψευδώνυμο verusjustus. Μετά από σοβαρό ζήτημα που δημιουργήθηκε για την αποκατάσταση των εφέδρων πολεμιστών στην Κρήτη, στοιχειοθετήθηκε κατηγορία εναντίον του ως γραμματέα και αρθρογράφου «εμπρηστικών» δημοσιευμάτων (και εναντίον των υπευθύνων του δημοσιογραφικού εντύπου), επί εσχάτη προδοσία! Το αποτέλεσμα ήταν η φυλάκισή του, στις «κάτω φυλακές» που βρίσκονταν στη βορειοδυτική γωνιά του σημερινού πάρκου Θεοτοκόπουλου στο συγκρότημα της Παλιάς Νομαρχίας. Μετά από τρεις μήνες εγκλεισμού, και αμνηστία που χορήγησε ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Ιωσήφ Κούνδουρος, οι κρατούμενοι στις φυλακές αφέθηκαν ελεύθεροι.


Ένα χρόνο μετά, το 1925, η δράση του αυτή και η παραμονή του στις φυλακές, του στοίχισε τη θέση του ως Διευθυντή του νεοϊδρυθέντος τότε Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου, αφού απολύθηκε μετά από εντολή του τότε Προέδρου του Επιμελητηρίου, Γιάννη Καρούζου. .


Με το ξεκίνημα του 1926, άρχισε να εργάζεται ως Έφορος στην Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου μετά από σχετικό διορισμό του από τον Δήμαρχο Ιωάννη Βογιατζάκη και την αποχώρηση του μέχρι τότε Εφόρου Ιταλού Άγγελο Μπελφιόρε.
Ο διορισμός αυτός και η θητεία του στη Βικελαία καθόρισε σε μέγιστο βαθμό την μετέπειτα πορεία του στο πεδίο της έρευνας και της συγγραφής. Στη βιβλιοθήκη, που δεν ήταν άγνωστο έως τότε μέρος για τον Στέργιο αφού ως μαθητής ήταν τακτικός αναγνώστης της, γνωρίστηκε με τους πνευματικούς ανθρώπους της πόλης και βρήκε τον πνευματικό του δρόμο. Μετά και το σεισμό του 1926 που προκάλεσε εκτεταμένες φθορές στα περισσότερα σπίτια του Ηρακλείου, μεταξύ των οποίων και στο δικό του, η βιβλιοθήκη έγινε το σπίτι του για ένα ολόκληρο καλοκαίρι.


Η Βικελαία ιδρύθηκε το 1908 μετά τη μεγάλη δωρεά του Δημητρίου Βικέλα, και στη συνέχεια άρχισε να πλουτίζεται με τις πρώτες δωρεές παλαίτυπων βιβλίων, από τον τότε Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο Ηρακλείου και το Δημόσιο Γυμνάσιο, και από ιδιώτες όπως ο γιατρός Ιωάννης Λιμπρίτης, ο Ανδρεάδης, η οικογένεια Καλοκαιρινού κ.λ.π. Στεγάστηκε αρχικά στα ισόγεια δωμάτια της Παλιάς Νομαρχίας που βρισκόταν στη θέση του σημερινού πάρκου Θεοτοκόπουλου, όπου υψωνόταν κατά την περίοδο της Ενετικής κυριαρχίας το Palazzo del Generale. Όπως γράφει ο Μανόλης Καρέλλης σε δημοσίευμά του στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ το 2004, ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Αριστείδης Στεργιάδης αναφέρει για τη βιβλιοθήκη, «τα παραχωρηθέντα δωμάτια είναι ανήλια και υγρά και ήρξατο να είναι καταφανής η εκ της υγρασίας βλάβη των βιβλίων». Και εκεί στα ανήλια αυτά δωμάτια παρέμειναν τα σπάνια αυτά βιβλία αρκετά χρόνια, μέχρι το 1920 που η Νομαρχία ζήτησε την εκκένωση των δωματίων αυτών και ο Δήμος αναγκάστηκε να μεταφέρει τη Βιβλιοθήκη στα τρία ισόγεια βορεινά δωμάτια του Δημαρχιακού Καταστήματος, που ήταν τότε στη νοτιοανατολική γωνία του σημερινού πάρκου Θεοτοκόπουλου. Στα επίσης ανήλια, γεμάτα μούχλα και υγρασία δωμάτια του Δημαρχιακού Καταστήματος η Βιβλιοθήκη παρέμεινε μέχρι το 1932.

Όταν τότε τελείωσε το λεγόμενο «Δημοτικό Μέγαρο των Ακτάρικων», αποφασίστηκε να μεταφερθεί εκεί η Βικελαία, στο ισόγειο του κτιρίου, όπου παρέμεινε στα χρόνια του μεσοπολέμου.
Από το 1938 μέχρι το 1942, το θέμα της στέγασης της Βιβλιοθήκης απασχόλησε σοβαρά το Δήμο, χωρίς να βρεθεί λύση, ενώ ο πόλεμος ανέκοψε φυσικά κάθε σχετική δράση. Το αναγνωστήριο και το κάτω απ' αυτό υπόγειο έγιναν καταφύγια με αποτέλεσμα η είσοδος της Βιβλιοθήκης να παραμένει ανοικτή συνεχώς νύχτα μέρα εκτεθειμένη σε κάθε κίνδυνο. Επιπλέον έγινε και αποθήκη των τροφίμων που έστελνε ο Ερυθρός Σταυρός. Σχετικά αναφέρει ο Στέργιος Σπανάκης: «Στην είσοδο του αναγνωστηρίου άνοιξαν μια τρύπα στο πάτωμα και απ΄ αυτήν έριχναν το σιτάρι στο υπόγειο της βιβλιοθήκης…»



Από τον Οκτώβρη του 1944 μέχρι τον Οκτώβρη του 1946 η Βιβλιοθήκη λειτούργησε στον ίδιο ισόγειο χώρο των Ακτάρικων. Το 1947 την μετέφεραν στον πρώτο όροφο του ίδιου μεγάρου, όπου στεγάστηκε για σαράντα περίπου χρόνια, οπότε αποφασίστηκε η επέκτασή της σε όλους τους χώρους του κτιρίου (εκτός εκείνων του ισογείου).
Στο διάστημα αυτό, ο Σπανάκης, ως Έφορος της Βιβλιοθήκης, ήλθε σε επαφή με τα βιβλία της ιστορίας μας με κυρίαρχο φυσικά το μνημειώδες έργο του μεγάλου ενετολόγου Giuseppe Gerola, “Monumenti Veneti nell" isola di Creta”. Ό ίδιος αναφέρει ότι από το βιβλίο αυτό πληροφορήθηκε για πολλές εκθέσεις προβλεπτών και δουκών τής Κρήτης.

Η πρόκληση για τον ανήσυχο ερευνητή Σπανάκη ήταν μεγάλη. Έτσι, αποφάσισε να μάθει ιταλικά και φοίτησε στην ιταλική σχολή της πόλης που βρισκόταν στην οδό Βύρωνος, απέναντι από τη σχολή καλογραιών, το γνωστό μας Ευαγγελισμό ενώ συγχρόνως διάβαζε ιταλικές εφημερίδες και περιοδικά για να εξοικειωθεί με τη γλώσσα. Η σπουδή της ιταλικής γλώσσας του άνοιξε νέους ορίζοντες για την ενασχόλησή του με την ιστορία μας κατά την περίοδο της ενετοκρατίας. Την ίδια αυτή περίοδο άρχισε να μεταφράζει ενετικά έγγραφα, αφού συνδέθηκε με τον Ιταλό Luigi Messedaglia, Γερουσιαστή και Πρόεδρο του Veneto di Scienze, Lettere ed Arti τής Βενετίας. Μέχρι το 1939 είχε αντιγράψει πάνω από 15 εκτενή έγγραφα της κρητικής ιστορίας της περιόδου της ενετικής κυριαρχίας στην Κρήτη.


Από το 1933 είχε διαλυθεί το μεταφραστικό γραφείο που είχε ιδρύσει, χωρίς αυτό να τον εμποδίσει να συνεχίζει με συνέπεια το μεταφραστικό του έργο. Συγχρόνως, την ίδια περίοδο προσλήφθηκε ως υπεύθυνος του τουρκικού αρχείου ο αείμνηστος Νικόλαος Σταυρινίδης που άρχισε να συντάσσει δελτία για τα έγγραφα που μετέφραζε και τα οποία μετά από αρκετά χρόνια εκδόθηκαν από το Δήμο Ηρακλείου στους πέντε τόμους «Μεταφράσεις των Τούρκικων Εγγράφων». Με τον Νικ. Σταυρινίδη, στενό του φίλο, συνεργάστηκε στην οργάνωση και ταξινόμηση των εντύπων της βιβλιοθήκης. Τη γνωριμία του με τον Σταυρινίδη θα αφηγηθεί αργότερα, το 1990, με συναρπαστικές λεπτομέρειες, σε δημοσίευμά του στο περιοδικό ΑΜΑΛΘΕΙΑ, με τον τίτλο: «Ό Νικόλαος Σταυρινίδης και το Τουρκικό Αρχείο Ηρακλείου».


Στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, οι δυο άνδρες, βαθείς γνώστες της ιστορίας και της αξίας κάθε σχετικού με αυτήν εντύπου, περισυνέλεξαν πολύτιμο αρχειακό υλικό που βρέθηκε πεταμένο έξω από τα Δικαστήρια, το μετέφεραν στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου και τέλος στα υπόγεια της Βικελαίας Βιβλιοθήκης. Τη διάσωση του τουρκικού αρχείου, τη μεταφορά του στη Βικελαία και τον σπουδαίο ρόλο που έπαιξαν οι δύο άνδρες σε αυτήν την πολιτιστική επιχείρηση που έλαβε χώρα σε περίοδο που ο πόλεμος μαινόταν και μεσουρανούσε η κατοχή, περιγράφει και πάλι ο Σπανάκης στην «Οδύσσεια» του:
«Οι Γερμανοί, όπως θα θυμούνται αρκετοί ηλικιωμένοι σημερινοί Ηρακλειώτες, εγκατέστησαν τις υπηρεσίες των στη σημερινή Νομαρχία και το Δικαστικό Μέγαρο κ.λπ., και έδιωξαν όλες τις ελληνικές Υπηρεσίες, οι οποίες εγκαταστάθηκαν στο μέγαρο Φυτάκη. Η Υπηρεσία Υποθηκοφυλακείου, που ήταν στο ισόγειο των Δικαστηρίων, δεξιά από την είσοδο, πήρε τα Αρχεία του Υποθηκοφυλακείου. Τους κώδικες του Μεταφραστικού Γραφείου τους εγκατέλειψαν, ως φαίνεται. Μια μέρα έτυχε να περάσουμε με το Σταυρινίδη από την πλατεία Δασκαλογιάννη και βλέπομε μπροστά από την νότια είσοδο των Δικαστηρίων, πεταμένους σε σωρούς, τους κώδικες του Ιεροδικείου. Ποιος τους πέταξε έξω; Οι υπάλληλοι του Υποθηκοφυλακείου ή οι Γερμανοί, όταν κατέλαβαν το δωμάτιο; Αυτό μου είναι άγνωστο. Το ευτύχημα είναι ότι περάσαμε, ως φαίνεται, αμέσως και δεν πρόφθασαν να τους διαρπάσσουν οι διάφοροι, όπως διάρπασαν ολόκληρες βιβλιοθήκες και τις πούλησαν στα διάφορα οπωροπωλεία και παντοπωλεία για περιτύλιγμα. Βρήκαμε ένα χειραμάξιο με τον άνθρωπό του και τα μεταφέραμε στη Βικελαία Βιβλιοθήκη, στη στοά του Δημοτικού μεγάρου Ακτάρικα, όπου στεγαζόταν. Φυσικά με έξοδά μας. Για να μη τα αφήσουμε στην υγρασία του πατώματος να σαπίσουν, μαζέψαμε από τα ερείπια των βομβαρδισμών, που ήταν στους δρόμους, διάφορα ξύλα από πόρτες, παράθυρα κ.λπ. βρήκαμε και ένα ξυλουργό και έφτιαξε μερικές πρόχειρες προθήκες στα μέτρα των ιδιογράφων κωδίκων, τις οποίες τοποθετήσαμε στο βάθος του αναγνωστηρίου».
Η αντίδραση του διορισμένου τότε δημάρχου Ηρακλείου Μάνθου Πλεύρη για την περισυλλογή αυτή, αναφέρεται πάλι από τον Σπανάκη αλλά και από τον Σταυρινίδη:
«Απετάνθημεν αμέσως αμφότεροι εις τον τότε υπό των Γερμανών διορισθέντα δήμαρχον Ηρακλείου, όστις αλλόφρων μας εξεδίωξεν εκ του γραφείου του λέγων ότι η ανθρωπότης δεν έχει πλέον ανάγκη αρχείων και ιστορίας διότι τώρα αρχίζει νέα ιστορική περίοδος…»
Τον Ιανουάριο του 1944, το Γερμανικό Φρουραρχείο του Ηρακλείου, απέστειλε στον κατοχικό Δήμαρχο Ηρακλείου, μια διαταγή με την οποία απαιτούσε την άμεση απόλυση του Εφόρου της Βικελαίας Στέργιου Σπανάκη καθώς και δυο συναδέλφων του στο Δήμο, ύστερα από υπόδειξη, όπως αναφέρει ο Σπανάκης, ντόπιων συνεργατών των Γερμανών, λόγω της συμμετοχής του στο Ε.Α.Μ. κατά την αντίσταση κατά της γερμανικής κατοχής. Για να αποφύγει τη σύλληψη και την βέβαιη μεταφορά του σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, κρύφτηκε σε διάφορα σπίτια γνωστών, μεταξύ των οποίων και στο σπίτι του φίλου του Νίκου Σταυρινίδη. Και τον Απρίλη, όταν άνοιξε ο καιρός, πήγε στο Λασίθι, στον τόπο του, όπου παρέμεινε μέχρι την απελευθέρωση.



Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, επέστρεψε στο Ηράκλειο και στην Υπηρεσία του στη Βικελαία, όπου δέχτηκε την σημαντική επίσκεψη της Επιτροπής που όρισε η πρώτη μεταπελευθερωτική κυβέρνηση για την καταγραφή των γερμανικών ωμοτήτων. Όπως ο ίδιος περιγράφει, "Στο Ηράκλειο ήλθε τότε μια επιτροπή αποτελούμενη από τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Ιωάννη Καλιτσουνάκη, τον Γιάννη Κακριδή και τον φωτογράφο Κουτουλάκη για να καταγράψουν τις ζημιές και τις καταστροφές των Γερμανών … για αποζημίωση των παθόντων από τη Γερμανία. Ήλθαν και στη βιβλιοθήκη … Μεταξύ των παθόντων είμουν κι εγώ».
Στο μεταξύ είχε ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος, και ο Σπανάκης, ως μέλος του ΕΑΜ κατά τη γερμανική κατοχή, θεωρήθηκε αντιφρονών επαναστάτης! Το 1946, με απόφαση του Υπουργείου των Εσωτερικών που υπογράφει ο τότε υπουργός Κ. Καλκάνης), ο Στέργιος Σπανάκης και τέσσερις άλλοι συνάδελφοί του, ο Μιχάλης Λογαριαστάκης, ο Μηνάς Νικηφοράκης, ο Μιχάλης Παντατοσάκης και ο Αντρέας Σινάνης ετέθησαν σε ειδική κατάσταση διαθεσιμότητας (κάτι που αποτελούσε τον ευφημισμό της απόλυσης), λόγω των πολιτικών τους φρονημάτων.
Η ουσιαστική απόλυση είχε μεν «νομικό» στήριγμα το Θ΄ ψήφισμα της 27/28-6-1946 «περί εξυγιάνσεων των δημοσίων υπηρεσιών», σχετιζόταν όμως με την πιθανολογούμενη αποχή του Στέργιου Σπανάκη και των συναδέλφων του από τις εκλογές του Μαρτίου του 1946 και με τη στάση τους στο δημοψήφισμα για την επαναφορά του Γεωργίου της 1η Σεπτεμβρίου 1946 αλλά, βεβαίως, και με την δράση τους στο ΕΑΜ.
Μετά την αποχώρηση του Στέργιου Σπανάκη από την Βικελαία το 1946, μετά από 20 χρόνια θητείας ως Έφορός της, η Βιβλιοθήκη λειτούργησε με τον Νικόλαο Σταυρινίδη έως το 1983 οπότε ανέλαβε ως υπεύθυνος ο Νίκος Γιανναδάκης.
Μετά την απόλυσή του και σε όλο το δύσκολο από κάθε άποψη διάστημα, αφού έπρεπε να δουλεύει για να συντηρεί την οικογένειά του και τα τέσσερα παιδιά του, είτε ως αλληλογράφος στο ναυτιλιακό γραφείο των Ανεμογιάννη – Δρακοντίδη, στη «Μεσογειακή» ραφιναρία Ελαίου του Στεφανίδη, και σε πολλά άλλα καταστήματα, είτε ως γραμματέας σε διάφορα σωματεία, δεν σταμάτησε στιγμή να μελετά, να μεταφράζει, να αρθρογραφεί και να συγγράφει.
Από το 1939, είχε αρχίσει να δημοσιεύει τα συμπεράσματα των ερευνών του. Πρώτη δημοσίευση, η μελέτη του για τη Λότζια του Ηρακλείου, στο περιοδικό «Κρητικές Σελίδες" που εξέδιδε η Θάλεια Καλλιγιάννη. Την ίδια εκείνη χρονιά, ο γνωστός δημοσιογράφος και ιστορικός Ιωάννης Μουρέλλος είχε σχεδιάσει την έκδοση μηνιαίου Ιστορικού και Λαογραφικού περιοδικού, με τον τίτλο «Κρητικά Χρονικά», και είχε θελήσει να έχει ως μόνιμους συνεργάτες του τον Σπανάκη ως Διευθυντή της Βικελαίας Βιβλιοθήκης, και τον Νικόλαο Σταυρινίδη, ως ειδικό μεταφραστή του Τουρκικού Αρχείου Δήμου Ηρακλείου», όπως αναγράφεται στην αναγγελία του περιοδικού.


Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Γερμανική Κατοχή εμπόδισαν την έκδοση, ωστόσο ο τίτλος αυτός αναστήθηκε αργότερα, το 1947, με το πασίγνωστο περιοδικό της Εταιρείας Κρητικών Ιστορικών Μελετών.
Ο Ανδρέας Καλοκαιρινός, από τους ιδρυτές της Ε.Κ.Ι.Μ., πριν την έκδοση των Κρητικών Χρονικών, ίδρυσε ένα αξιόλογο περιοδικό με τον τίτλο «Νέα Εποχή», Στα πέντε τεύχη του περιοδικού που κυκλοφόρησαν, συνεργάστηκε συστηματικά και ο Στέργιος Σπανάκης.
Παράλληλα με όλα αυτά τα γεγονότα και με τον καθημερινό αγώνα για επιβίωση, ο Σπανάκης κατόρθωσε να ολοκληρώσει τον πρώτο τόμο του μνημειώδους έργου του «Μνημεία της Κρητικής Ιστορίας» που τυπώθηκε στο τυπογραφείο Αλικιώτη και κυκλοφόρησε το 1940.


O Σπανάκης ανέλαβε την έκδοση με δικά του μέσα, χωρίς χρηματοδοτήσεις και αρωγές. Τα «Μνημεία της Κρητικής Ιστορίας» αριθμούν 6 συνολικά τόμους. Πρόκειται για εκθέσεις πού συνέτασσαν και υπέβαλλαν στη Γαληνότατη Δημοκρατία της Βενετίας οι Γενικοί Προβλεπτές της Candia για την κατάσταση της Κρήτης κατά την περίοδο που υπηρετούσαν στο νησί, και μας παρέχουν θεαματική εικόνα του Βασιλείου της Κρήτης κατά τα τελευταία χρόνια της βενετικής κυριαρχίας.
Ό πρώτος τόμος της σειράς εκδόθηκε το 1940 όπως αναφέρω παραπάνω, και ο τελευταίος το 1976. Στο 6τομο αυτό έργο έχουν εκδοθεί οι Εκθέσεις των Προβλεπτών Zuanne Mocenigo (1589), Francisco Morosini (1629), Filippo Pasqualigo (1594) Benetto Moro Π602), Francesco Basilicata (1630) και Antonio Priuli (1667). Στοιχεία της φυσικής γεωγραφίας, των οικισμών, του πληθυσμού, της οικονομίας, του εμπορίου, των δημοσίων έργων, των φρουρίων, της στρατιωτικής και πολιτικής οργάνωσης, των ιδιαίτερων τοπικών συνθηκών, της θρησκευτικής κατάστασης και πολλά άλλα εξαιρετικά ενδιαφέροντα θέματα όπως οι σεισμοί και οι επιδημίες πανώλους που έπληξαν το νησί κατά την περίοδο αυτή, παρουσιάζονται με ακρίβεια και εγκυρότητα.
Ή έκδοση του περιοδικού «Κρητικά Χρονικά» το 1947 από τον Ανδρέα Καλοκαιρινό, άνοιγε και για τον Σπανάκη ένα νέο πεδίο εργασίας. Δεν ήταν μόνο το περιοδικό, στο οποίο μπορούσε να δημοσιεύει τις επιστημονικές του μελέτες. Ο Καλοκαιρινός οργάνωσε ένα ιδιωτικό τυπογραφείο για την έκδοση του περιοδικού. Ο Σπανάκης, προκειμένου να μειώνει στο ελάχιστο το κόστος της έκδοσης των «Μνημείων Κρητικής Ιστορίας», αφού δεν είχε από πουθενά οικονομική στήριξη, έμαθε την τέχνη της τυπογραφίας και στοιχειοθετούσε ο ίδιος τα κείμενά του στο τυπογραφικό εργαστήριο του Καλοκαιρινού, όπου γινόταν η στοιχειοθεσία των «Κρητικών Χρονικών» και αργότερα των εκδόσεων τής Εταιρείας Κρητικών Ιστορικών Μελετών, με αποτέλεσμα να εξασφαλίσει και σύνταξη τυπογράφου.
Το 1951 ιδρύθηκε η Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, το καταστατικό της οποίας υπογράφει μεταξύ άλλων επιφανών συμπολιτών μας ο Στέργιος Σπανάκης, που ήδη από το 1947 είχε στενή συνεργασία με τον Ανδρέα Καλοκαιρινό, από τους πρωτεργάτες της Ε.Κ.Ι.Μ. Από τότε και για αρκετά χρόνια, παράλληλα με το συγγραφικό και μεταφραστικό του έργο και τις συστηματικές δημοσιεύσεις άρθρων του στα περιοδικά «Κρητικά Χρονικά», ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΑ του φίλου του Λευτέρη Πλατάκη και ΑΜΑΛΘΕΙΑ, και σε εφημερίδες της εποχής, είχε ενεργό συμμετοχή στα δρώμενα της Ε.Κ.Ι.Μ., ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, ως Επιμελητής των εκδόσεών της  και ως ιδιαίτερα ενεργό μέλος στις διοργανώσεις των πρώτων Διεθνών Κρητολογικών Συνεδρίων.
Με επιστολές του προς τον Πρόεδρο της Ε.Κ.Ι.Μ. τα έτη 1953, 1955, 1957, 1958 και 1961 ζήτησε οικονομική ενίσχυση για την έκδοση των επόμενων τόμων των «Μνημείων…», και με σχετικές αποφάσεις του Δ.Σ. της Εταιρείας, η έκδοση του έργου ενισχύθηκε οικονομικά κατά ποσοστό, χωρίς ωστόσο να αναλάβει η ίδια η Εταιρεία τις πολύτιμες αυτές εκδόσεις.
Το 1965, όπως φαίνεται σε σχετικά έγγραφα του αρχείου του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης, σε επιστολή του τότε εκδότη της εφημερίδας ΑΛΛΑΓΗ και μετέπειτα Δημάρχου Μανόλη Καρέλλη προς τον Υπουργό Συντονισμού Κων/νο Μητσοτάκη, τέθηκε το θέμα απόδοσης του ποσού των 30 000 δρχ, που είχε κατατεθεί στο ταμείο της Ε.Κ.Ι.Μ. για την έκδοση του δεύτερου τόμου του πασίγνωστου δίτομου οδηγού της Κρήτης στον δικαιούχο της χρηματοδότησης και συγγραφέα του οδηγού Στέργιο Σπανάκη.  Στην επιστολή αυτή ανταποκρίθηκε το Υπουργείο και με απάντησή του προς την Εταιρεία, παρήγγειλε τη διαβίβαση του ποσού αυτού στον δικαιούχο.
Το 1968, η δικτατορία, εκείνον επέλεξε να απολύσει και να απομακρύνει από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Κ.Ι.Μ.. Έτσι, με διαταγή του ταξίαρχου Τζουβελέκη προς την Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών στις 30 Μαΐου του 1968, «αποφασίστηκε και διατάχθηκε» η απόλυσή του η οποία και πραγματοποιήθηκε από το Δ.Σ. της Εταιρείας.



Από τότε και μέχρι το 1985, καμιά σχέση δεν φαίνεται να υπήρξε μεταξύ του Σπανάκη και της Ε.Κ.Ι.Μ., εκτός από την ιδιότητα του ως εταίρου, παρόλη την προσφορά του μέχρι τότε, προς την Εταιρεία.
Στην αυτοβιογραφία του διαφαίνεται ότι οι σχέσεις του, τουλάχιστον με τον Ανδρέα Καλοκαιρινό, είχαν ίσως διακοπεί. Όπως αναφέρει για το περιοδικό Κρητικά Χρονικά, «…από το 1947 μέχρι το 1973 εκδόθηκαν 25 τόμοι πολυσέλιδοι. Ο πρώτος με 670 σελίδες και ο ΚΕ’ με 542. Άρχισε και η έκδοση του ΚΣΤ’ και εκδόθηκαν 4 τυπογραφικά φύλλα. Αλλά δυστυχώς, διακόπηκε η έκδοση. Το λόγο της διακοπής τον γνωρίζει μόνο ο εκδότης». Και επίσης σε άλλο σημείο της «Οδύσσειάς» του αναφέρει, «τι συνέβη και διακόπηκε η έκδοση του θαυμάσιου, από κάθε άποψη περιοδικού, δεν μπόρεσα να μάθω». Τα αναφέρει αυτά, όντας εταίρος της Ε.Κ.Ι.Μ. και στενός συνεργάτης για δεκαετίες.
Όμως, συνέχισε να δημοσιεύει άρθρα του στα «Κρητικά Χρονικά» και να παίρνει μέρος, ως σύνεδρος πια, στα Κρητολογικά Συνέδρια.
Η τελευταία γραπτή μαρτυρία για τη συμμετοχή του ως εταίρου στην Ε.Κ.Ι.Μ. είναι επιστολή του που έστειλε το Φεβρουάριο του 1985 πια, στον Πρόεδρο της Εταιρείας, όπου γράφει τις απόψεις του για την λειτουργία και τις δραστηριότητές της και τελειώνει την επιστολή λέγοντας, «…για όλα αυτά, και για πολλά άλλα, χρειάζεται η Εταιρεία νέο αίμα. Νέα πρόσωπα με ζήλο και αυταπάρνηση. Και πιστεύω πως θα ευρεθούν όσα χρειάζονται. Άλλωστε δεν χρειάζονται πολλά. Λίγα αλλά εκλεκτά. Τους παλιούς τους βάρυναν τα χρόνια. Κουράστηκαν. Εύχομαι ολόψυχα να πραγματοποιηθούν οι σκέψεις αυτές. Με φιλικούς χαιρετισμούς…»


Ο Στέργιος Σπανάκης, παρ’ όλες τις διώξεις που υπέστη, τον συνεχή αγώνα του για επιβίωση, τις ακάματες προσπάθειές του με ελάχιστα μέσα και χωρίς οικονομικές ενισχύσεις και «πλάτες» να τον υποστηρίζουν, έξω από φατρίες και κλειστές λέσχες, διατηρώντας την αξιοσημείωτη αξιοπρέπειά του, κατόρθωσε να μπει και να παραμείνει στην πρώτη γραμμή των πνευματικών ανθρώπων της πόλης μας αλλά και της πατρίδας μας.
Ήδη από το 1939, εκτός από τη μελέτη του για τη Λότζια που όπως ανέφερα παραπάνω είχε δημοσιευτεί στις Κρητικές Σελίδες το έτος εκείνο, είχε έτοιμη και τη μελέτη του για την «Ύδρευση του Ηρακλείου (1938¬-1939)», που όμως παρέμενε αδημοσίευτη μέχρι το 1981 που το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος-Τμήμα Ανατολικής Κρήτης χρηματοδότησε την έκδοση της.


Η άλλη σπουδαία μελέτη του, «Συμβολή στην Ιστορία του Λασιθίου κατά τη Βενετοκρατία», εκδόθηκε από την Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών το 1957, ενώ σε άλλα δημοσιεύματά του ασχολήθηκε με επί μέρους τοπικά θέματα, όπως οι χαρακτηριστικοί μύλοι, αξιοποιώντας και την εμπειρία του ως κατασκευαστής μύλων, τα αποστραγγιστικά έργα στον Λασιθιώτικο κάμπο και η Σητεία.
Πασίγνωστος είναι επίσης ο δίτομος Ιστορικός και Αρχαιολογικός οδηγός της Κρήτης, για την ανατολική Κρήτη το 1962 και για τη Δυτική το 1970, ο κόκκινος και ο μπλε όπως τον λέμε πάντα, που αποτέλεσε και το ερέθισμα για το τελευταίο μεγάλο έργο του «Πόλεις και χωριά της Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων», σε δύο ογκώδεις τόμους.


Δημοσίευσε εξαιρετικά άρθρα στο περιοδικό «Κρητικά Χρονικά», όπως «Ή διαθήκη του Ανδρέα Κορνάρου. 1611» (Κρητικά Χρονικά Θ., 379-478), εκθέσεις Δουκών της Κρήτης, στατιστικές πληροφορίες και αναφορές σε ιστορικές οικογένειες της Κρήτης όπως των Σολομών και των Καλοκαιρινών, άρθρα που αναφέρονται σε ζητήματα της εκκλησιαστικής ιστορίας της νήσου κατά την περίοδο τής Ενετοκρατίας, στα θέατρα τής Κρήτης κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους, στα έργα και τις ημέρες ενός τοκογλύφου στην Κρήτη στα χρόνια της ενετοκρατίας, στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο και το ζωγραφικό έργο του, στην πολιτική διαθήκη του Νίκου Καζαντζάκη, σε θέματα κρητικής γλώσσας και διαλέκτου και πολλά άλλα.


Το 1971, στην καρδιά της δικτατορίας, επιμελήθηκε τη μνημειώδη έκδοση της Νομαρχίας Ηρακλείου «Το Ηράκλειον και ο Νομός του», μια έκδοση εκπληκτική στην οποία έγραψαν και συνεργάστηκαν οι επιφανέστεροι επιστήμονες και ερευνητές του τόπου. Κάποιοι παλιοί συναγωνιστές του στα χρόνια την αντίστασης, τον κατηγόρησαν για συνεργασία με τη χούντα. Φανερά πληγωμένος από την κατηγορία αυτή, αναφέρει στην «Οδύσσεια», «..η ανωτερότητα του οδηγού Το Ηράκλειον και ο Νομός του, όπου δεν αναφέρεται τίποτε για τη χούντα, με δικαίωσε».
Ανάμεσα στις τόσες δημοσιεύσεις του, έδινε διαλέξεις για την ιστορική εξέλιξη της πόλης μέσα στους αιώνες που εκδόθηκαν αυτοτελώς από το Δήμο Ηρακλείου, με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Το Ηράκλειο στο πέρασμα των αιώνων», το 1990.
Ως Πρόεδρος του Συλλόγου Πολιτιστικής Ανάπτυξης Ηρακλείου σύνδεσε το όνομα του με δυο σημαντικές εκδόσεις, πού αναφέρονται στην Κρήτη. Το 1978 επιμελήθηκε την ελληνική έκδοση του βιβλίου τής αιγύπτιας καθηγήτριας Ζενάπ Ίσμάτ Ράσεντ «Ή Κρήτη υπό την αιγυπτιακήν εξουσίαν 1830-1840», σε μετάφραση από τα αραβικά του Δρ. Ευγενίου Μιχαηλίδη. Το έργο παρέχει σημαντικές πληροφορίες για την κατάσταση στην Κρήτη μετά τη λήξη της μεγάλης επανάστασης του 1821-1830, για τη δεκαετία πού η νήσος βρισκόταν στην εξουσία του αντιβασιλέα τής Αίγυπτου Μοχάμεντ Άλυ. Μια δεύτερη μεγάλη έκδοση του Συλλόγου, πού επίσης επιμελήθηκε ο Σπανάκης, ήταν η «Περιγραφή τής νήσου Κρήτης», η περίφημη «Descriptio Insule Crete» του Φλωρεντινού καθολικού ιερωμένου Cristoforo Buondelmonti, που περιηγήθηκε την Κρήτη μεταξύ 1415-1418, έργο που γνωρίζαμε μόνο από την -Creta Sacra-- του Cornelius.
Όπως ήδη αναφέραμε, το πρώτο σοβαρό σύγγραμμα πού τράβηξε την προσοχή του, ήταν τα «Monumenti veneti nell' isola di Creta" του Giuseppe Gerola.
Το 1938, με επιστολή του, ζήτησε από το Istituto di Scienze, Lettere ed Arti της Βενετίας την άδεια της μετάφρασης, που του χορηγήθηκε από τον τότε διευθυντή τού Ινστιτούτου και εξ αλληλογραφίας φίλο του Luigi Messedeglia. Ό Σπανάκης μετέφρασε πιστά και ετοίμασε για επιστημονική έκδοση το δεύτερο τόμο τού τετράτομου έργου, πού αναφέρεται στην Εκκλησία και στα εκκλησιαστικά μνημεία τής Κρήτης. Όπως ο ίδιος γράφει στην Οδύσσειά του: «Τη μετάφραση αυτή έκαμα την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής και μάλιστα την τελείωσα στον κρυψώνα μου, σε ένα ερημόσπιτο του μακαρίτη φίλου μου Νικ. Σταυρινίδη, στο Μικρό Τζαμάκι (σήμερα λέγεται Πλατεία Ρωμανού)». Η εκκλησία στην οποία απευθύνθηκε για τη χρηματοδότηση της έκδοσης αυτής, αδιαφόρησε εντελώς. Τελικά, η μετάφραση αυτή εκδόθηκε από την Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων τής Κρήτης το 1993.
Ένα άλλο έργο του όμως παραμένει ακόμη ανέκδοτο. Η μεταγραφή του «Βιβλίου πληροφοριών» του Πέτρου Καστροφύλακα, με τίτλο: «Βιβλίον πληροφοριών των δημοσίων πραγμάτων τού Βασιλείου της Κρήτης, γραμμένο με κάθε επιμέλεια από έμενα τον Πέτρο Καστροφύλακα, λογιστή τού Σωματείου των εκλαμπροτάτων κυρίων Τζουάνε Γκρίτι και Ιούλιο Γκαρτσόνι, προς τούς εκλαμπροτάτυυς αφέντες, για να μπορέσουν να έχουν έτοιμο κάθε τι πού θα μπορούσε να χρειαστεί στη γαληνότατη Δημοκρατία». Πρόκειται για μια προσεκτική και λεπτομερή καταγραφή των ενοικιαστών δημοσίων κτημάτων, πού είχαν οφειλές στο δημόσιο, κατά επαρχίες για την Ανατολική Κρήτη και κατά νομούς για τη Δυτική και τα Επτάνησα. Ευρεία χρήση του Καστροφύλακα κάνει ο Σπανάκης στο βιβλίο του για τις πόλεις και τα χωριά τής Κρήτης.


Στο αρχείο του βρίσκεται επίσης σε αντίγραφο η πολύτιμη Έκθεση τού Ιακώβου Foscarini (1576), που προοριζόταν να καταλάβει τον 7ο τόμο του έργου του «Μνημεία τής Κρητικής Ιστορίας». Ή προχωρημένη ηλικία, δεν του επέτρεψε να προχωρήσει στη μετάφραση της έκθεσης αυτής του διασημότερου ίσως από τους Προβλεπτές της Βενετίας στην Κρήτη. Όπως γράφει ό ίδιος, με κάποια δόση μελαγχολίας, στην αυτοβιογραφία του, «Το κείμενο τούτο περιμένει τον μεταφραστή και τον εκδότη του».
Τα κοντά 50 χρόνια που πέρασαν από την απόλυσή του από τη θέση του Εφόρου της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου ως το θάνατό του, ο Στέργιος Σπανάκης τα αφιέρωσε στην οικογένειά του. Στη γυναίκα του Στέλλα, στα τέσσερα παιδιά του, τη Θέμιδα, την Ελένη, το Νίκο και την Καίτη, στα εγγόνια και στα δισέγγονά του, αλλά και στην ιστορική έρευνα και τη συγγραφή βιβλίων.
Όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, το 1988, δώρισε την πλουσιότατη βιβλιοθήκη του στη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου.


Η βιβλιοθήκη του Στέργιου Σπανάκη αποτελείται από 3609 βιβλία, κυρίως κρητολογικού ενδιαφέροντος που μπορούμε να τα κατατάξουμε σε ιστορικά, αρχαιολογικά, ταξιδιωτικά, λαογραφικά, θεολογικά, διάφορα λεξικά και σε βιβλία τέχνης, καθώς και από 242 χάρτες της Κρήτης, πολλοί από τους, οποίους είναι σπάνιοι.
Η έρευνα και το συγγραφικό του έργο τον καθιέρωσαν ως ένα από τους σημαντικότερους μελετητές της ιστορίας της Κρήτης ιδιαίτερα κατά την περίοδο της ενετικής κυριαρχίας. (διαφάνεια 32-33) Η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε το 1976 ενώ το 1977 τιμήθηκε με το βραβείο της Ενώσεως Συγγραφέων και Δημοσιογράφων Τουρισμού.
Το 1985 παρασημοφορήθηκε από την Ιταλική Δημοκρατία.
Ένα χρόνο μετά, το 1987 τιμήθηκε από την Ελληνική Δημοκρατία με το μετάλλιο της Εθνικής Αντίστασης.




Το 1991, στα Χανιά, τιμήθηκε επίσης σε ειδική τιμητική εκδήλωση του Συνδέσμου Φιλολόγων Χανίων, τον Αύγουστο του 1992 τον τίμησε η ιδιαίτερη πατρίδα του σε εκδήλωση του Συλλόγου Λασιθιωτών Αθηνών «Δικταίος» που πραγματοποιήθηκε στο χωριό του το Τζερμιάδω, τον Οκτώβριο του 1992 τον τίμησε στο Ηράκλειο ο Σύλλογος Πολιτιστικής Ανάπτυξης και τον αμέσως επόμενο Μήνα, τον Νοέμβριο του 1992, τιμήθηκε από την Παγκρήτια Ένωση Αθηνών σε τιμητική εκδήλωση που οργανώθηκε από το Σύλλογο Ηρακλειωτών η «Κνωσός».


Το ενδιαφέρον και την έννοια του για τη Βικελαία και την πικρία του για την αδιαφορία του Δήμου Ηρακλείου και για τις διώξεις που υπέστη, εξέφρασε σε επιστολή του προς τις εφημερίδες της πόλης, με αφορμή Απόφαση του Δήμου το 1960 για μεταφορά της Βιβλιοθήκης στο παλιό Τηλεγραφείο στην οδό 25ης Αυγούστου, απέναντι από το σημερινό μέγαρο των Μινωικών γραμμών, προκειμένου να ενοικιάσει το κτίριο της Βικελαίας στη ΔΕΗ!



Χαρακτηριστικά αναφέρει, «Με οδύνη πληροφορήθηκα την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου για τη μεταφορά της Bικελαίας Βιβλιοθήκης στο ερείπιο της οδού Μαρτύρων, το γνωστό σε όλους πρώην τηλεγραφείο που εγκαταλείφτηκε ακριβώς επειδή είναι ετοιμόρροπο, από το σεισμό του 1926 που φαίνεται να το λησμόνησαν οι αρμόδιοι άρχοντες. Σκοπεύει το Δημοτικό Συμβούλιον με την απόφασή του αυτή να κλείσει εντελώς τη Βιβλιοθήκη και να απαλλαγεί από το “βάρος” της και το μπελά της; Ή να παγιδεύσει στο ερείπιο μέσα τα φιλοπρόοδα παιδιά των Ηρακλειωτών και να τα εκθέσει σε ένα βέβαιο κίνδυνο; και το ένα και το άλλο είναι λυπηρό και αξιοθρήνητο. Και οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η μετοικεσία αυτή είναι παιδαριώδεις! Αφορμή λέει ο θόρυβος του κέντρου! Ενώ είναι αποδεδειγμένο ότι ο θόρυβος, κυρίως των ανερχομένων την οδό Μαρτύρων αυτοκινήτων, είναι αληθινά ανυπόφορος. Το ζήτημα της Βιβλιοθήκης ουδέποτε αντιμετωπίσθηκε στα σοβαρά και με πραγματικό ενδιαφέρον από τις Δημοτικές Αρχές του Ηρακλείου. Πάντοτε η Βιβλιοθήκη θεωρήθηκε πάρεργο και περιττό βάρος στο δημοτικό προϋπολογισμό. Σε τέτοιο σημείο που στο παρελθόν βρέθηκαν δημοτικοί σύμβουλοι να προτείνουν την... εκποίησή της για να απαλλαχθεί ο Δήμος από τον “μπελά” της!»
Και τελειώνει γράφοντας, «οι πνευματικές οργανώσεις του Ηρακλείου κυρίως μα και όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι πρέπει να κινηθούν δραστήρια για να ματαιώσουν το σχεδιαζόμενο έγκλημα. Εν ανάγκη, αν ο Δήμος βαρέως φέρνει το μεγάλο φορτίο της κληρονομιάς του Δ. Bικέλα ας δημιουργηθεί ένας Οργανισμός των πνευματικών ανθρώπων του Ηρακλείου, που δεν λείπουν ο οποίος να προικιστεί με ωρισμένα έσοδα, που δεν είναι δύσκολο να βρεθούν, για να αναλάβει υπεύθυνα όχι μόνο τη συντήρησή της και την κανονική λειτουργία της μα και την βελτίωση και τον συγχρονισμό της. Από εκεί πρέπει να ξεκινήσει κάθε πνευματική κίνηση του τόπου, που, ομολογείται απ’ όλους τελευταία δεν βρίσκεται σε καθόλου ζηλευτό σημείο, όπως άλλοτε. H πνευματική ζωή είναι τόσο απαραίτητη όσο τουλάχιστο και η υλική, για την οποία αρχίζει το πνευματικό Ηράκλειο να ενδιαφέρεται περισσότερο. Ας με συγχωρήσουν, όσοι τυχόν θίγονται, αν χρησιμοποίησα ωμές εκφράσεις. Αυτό οφείλεται στο μεγάλο μου πόνο και το ενδιαφέρον για τη βιβλιοθήκη αυτή, με την οποία με συνδέει ζωή ενός τετάρτου του αιώνα σχεδόν, ενδιαφέρον που δεν κατώρθωσε να σβύσει η πικρία που με πότισαν ωρισμένοι”.


Ακόμα και σε πολύ προχωρημένη ηλικία, δεν έπαψε να μελετά κ να συγγράφει. Στον λουλουδιασμένο κήπο του στον Πόρο όπου έζησε όλα σχεδόν τα ώριμα χρόνια της ζωής του, τον συνάντησα ένα περίπου χρόνο πριν μας αφήσει. Θυμάμαι την οξυδέρκεια και το έντονο διερευνητικό βλέμμα του, τις καίριες ερωτήσεις του για τις δικές μου ενασχολήσεις. Περισσότερο όμως θυμάμαι την απίστευτη μνήμη του και τη λάμψη της ματιάς του.


Πλήρης ημερών αλλά αφήνοντας πίσω του ένα μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό, ο Στέργιος Σπανάκης πήρε το δρόμο για τη γειτονιά των αγγέλων τον Φεβρουάριο του 1994.