Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Σπιναλογκα...το νησι των δακρυων


Σήμερα η παγκόσμια ημέρα κατά της λέπρας...
Χωρίς πολλά λόγια...μια μικρή περιπλάνηση στην τραγική Σπιναλόγκα...

Σπιναλόγκα. Ιερός και τραγικός τόπος, με αμέτρητες μνήμες.
Ελάχιστοι είναι οι επισκέπτες της Κρήτης, Έλληνες και ξένοι που δεν έχουν περπατήσει στα δρομάκια της και δεν έχουν νοιώσει την ιστορία, το δράμα, την τραγικότητα της νησίδας αυτής που κλείνει τη βόρεια είσοδο του κόλπου της Ελούντας, μια θέση - κλειδί για τον έλεγχο του φυσικού λιμανιού της. Μια νησίδα με έκταση μόλις 85 στρέμματα και 53 μ. υψόμετρο, όπου η ιστορία και ο πολιτισμός έγιναν ένα με το ανθρώπινο δράμα στο πέρασμα των χρόνων.















Όπως, με πολύ γλαφυρό τρόπο, λέει στο «Έθνος της Κυριακής» ο ερευνητής, συγγραφέας και εκπαιδευτικός Μανόλης Μακράκης, εκδότης του περιοδικού «Ελούντα» του Πολιτιστικού Συλλόγου της περιοχής, «Σπάνια σ' ένα μνημείο η Ιστορία μιλά τόσο εύγλωττα από τα βάθη των αιώνων. Σπάνια ένα μνημείο κουβαλά στα σπλάχνα του τη σφραγίδα της αρχαίας Ελλάδας, των Σαρακηνών, των Ενετών, των Τούρκων, των Νεοελλήνων».
Οχυρώθηκε το πιθανότερο κατά την ελληνιστική περίοδο, με μεγάλο οχυρωματικό περίβολο. Πάνω στα ερείπια του αρχαίου κάστρου οι Βενετοί οικοδόμησαν ισχυρό φρούριο, στα μέσα του 16ου αιώνα. Κατά την περίοδο εκείνη, το φρούριο χρησιμοποιήθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς και στον Κρητικό Πόλεμο αποτέλεσε καταφύγιο και ορμητήριο προσφύγων και χαϊνηδων. Από την περίοδο εκείνη, σώζονται οι θολωτές δεξαμενές, το κτίριο της φρουράς, το τρίδυμο κτίριο και η πυριτιδαποθήκη δίπλα στο ναό του Αγίου Νικολάου.
Την περίοδο του Κρητικού πολέμου (1645-1669) οι οχυρώσεις ανακαινίστηκαν και συμπληρώθηκαν. Τότε κτίστηκαν οι ναοί του Αγίου Παντελεήμονα και του Αγίου Γεωργίου.
Οι Ενετοί κράτησαν τη νησίδα και μετά το 1669, χρονιά που ο Χάνδακας, η πρωτεύουσα της ενετικής Candia, έπεσε στα χέρια των Τούρκων.
Το 1715, το νησί καταλήφθηκε από τους Τούρκους οπότε διαμορφώθηκε σταδιακά ως οικισμός καθαρά οθωμανικός, πάνω στα θεμέλια των ενετικών κτισμάτων. Αρκετά κτίσματα από την περίοδο αυτή, κυρίως διώροφες οικίες, περιτοιχισμένες από ψηλούς μαντρότοιχους, και εμπορικά καταστήματα με μεγάλες μαγαζόπορτες και τζαμωτά ανοίγματα, σώζονται μέχρι σήμερα.
Κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας και απομόνωσης. Όμως κατά το τέλος του 19ου αι., ο ρόλος του λιμανιού της Σπιναλόγκας απόκτησε άδεια εξαγωγικού εμπορίου και συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό κατοίκων, κυρίως έμπορων και ναυτικών.
Μετά τα γεγονότα του 1897 και την απομάκρυνση των Οθωμανών, στη Σπιναλόγκα εγκαταστάθηκαν Γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Το 1903, η Κρητική Πολιτεία θέσπισε την απομόνωση των λεπρών που μέχρι τότε παρέμεναν απομονωμένοι στην περιοχή της Μεσχινιάς ανατολικά του Ηρακλείου, και σε αντίστοιχες περιοχές άλλων πόλεων του νησιού, και αποφάσισε τη δημιουργία Λεπροκομείου στη Σπιναλόγκα. Οι άρρωστοι εγκαταστάθηκαν στα κτίρια του τούρκικου οικισμού και σε άλλα κτίρια που κτίστηκαν τη δεκαετία του '30.



Οι αλλαγές που αναγκαστικά επήλθαν μετά την εγκατάσταση των χανσενικών, άλλαξε εντελώς την αρχική μορφή του ενετικού φρουρίου. Το οθωμανικό τέμενος μετατράπηκε σε νοσοκομείο, ο προμαχώνας Donato σε νεκροταφείο του Λεπροκομείου, ενώ το 1939, για να ανοιχθεί ο περιμετρικός δρόμος που υπάρχει σήμερα στη νησίδα, καταστράφηκαν με δυναμίτιδα μεγάλα τμήματα του τείχους.




Η δύσκολη ζωή των αρρώστων, που έμειναν στο νησί μέχρι το 1957, άφησε το στίγμα της στο νησί και το φόρτισε συναισθηματικά, ως τόπο μαρτυρίου και ιστορικής μνήμης. Η Σπιναλόγκα έγινε μια απέραντη τρώγλη, ένα νεκροταφείο υπό προθεσμία, χωρίς την παραμικρή οργάνωση, χωρίς φαρμακευτική αγωγή για τους νοσούντες, χωρίς ελπίδα.
Κι αυτό που διαφοροποιεί την Σπιναλόγκα από τα άλλα αξιοθέατά μας, είναι ότι εδώ η γη ποτίστηκε με ιστορίες αδιέξοδα τραγικές, που όμως μέσα στην απόλυτη απελπισία τους κατόρθωναν να στήσουν ρωγμές ελπίδας και ζωής, όπως αυτές που φτιάχνουν ο έρωτας, η πίστη, το ανθρώπινο πείσμα κι η αέναη δίψα για ένα πιο αισιόδοξο αύριο.
Περνοδιαβαίνοντας τα κακοτράχαλα σοκάκια της Σπιναλόγκας ακόμη και σήμερα, νοιώθεις την πίκρα που πότισε τον τόπο.




Ίσως όσοι την επισκέπτονται θα ‘πρεπε να γνωρίζουν τα λόγια που άφησε ως παρακαταθήκη του ο άνθρωπος -που όντας φοιτητής της Νομικής τότε κι ασθενής ο ίδιος- οργάνωσε στην Σπιναλόγκα την κοινωνία των λεπρών το 1936, ο Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης: «Περπατώντας στον δρόμο της Σπιναλόγκας, σταμάτησε και κράτησε την αναπνοή σου. Από κάποιο χαμόσπιτο τριγύρω σου θα ακούσεις τον απόηχο από κάποιο μοιρολόγι μιας μάνας, μιας αδελφής ή τον αναστεναγμό ενός άνδρα. Άφησε δύο δάκρυα από τα μάτια σου και θα δεις να λαμπυρίζουν εκατομμύρια δάκρυα που πότισαν αυτόν τον ίδιο δρόμο, που εσύ διαβαίνεις σήμερα».




Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

μικρες στιγμες απολαυσης...

Μια γουλιά κρασί, ένα τσιγάρο, μια υπέροχη μουσική, μικρές στιγμές απόλαυσης...

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

Αρκάς...

Πάντα αστείρευτος και ανεπανάληπτος...
Από τη σειρά "Οι συνομήλικοι". Απολαύστε τον...εγώ ακόμα γελάω! ;)



Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Μενέλαος Λουντέμης


Γεννήθηκε στην Πόλη το 1912. Πέθανε στις 22 Ιανουαρίου 1977.
Δεν θα ήθελα να γράψω για τη ζωή και το έργο του, έχουν γραφτεί πολλά και δεν νομίζω πως υπάρχουν πολλοί από εμάς που δεν έχουν συγκινηθεί με τα "Ένα παιδί μετράει τ' άστρα", "Οι κερασιές θ' ανθίσουν και φέτος", «Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα»...


Θα περιοριστώ μόνο σε δυο ποιήματά του και σε ένα ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, αφιερωμένο στον "Μενέλαο"...

Μακρόνησος 1950. Διακρίνονται από αριστερά προς τα δεξιά:
Ο ηθοποιός Γ. Γιολδάσης, ο λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης, ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης, ο ηθοποιός Μάνος Κατράκης, ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος, ο λογοτέχνης Νίκος Παπαπερικλής, ο Γιάννης Ιμβριώτης και ο ηθοποιός Κώστας Ματσακάς.

Ήταν τότε που εξόριστοι στη Μακρόνησο, μετά τα ζοφερά χρόνια του εμφύλιου, ζούσαν τη στιγμή χωρίς ελπίδα, γράφοντας, νοιώθοντας, ουρλιάζοντας, πεθαίνοντας...

Απρίλης του 1955. Ο Μενέλαος Λουντέμης βρίσκεται εξόριστος στη Μακρόνησο. Ο συνεξόριστος του Γιάννης Ρίτσος στέλνει στην εφημερίδα ΑΥΓΗ το ποίημα - αφιέρωμα:

Αλήθεια Μενέλαε, πολύ βουρκωμένες οι μέρες μας.
Συννεφιάζει στα μάτια των παιδιών που κοιτάζουν το λιόγερμα
συννεφιάζει στα μάτια των μανάδων που μπαλώνουν στο κατώφλι τις κάλτσες μας
και τα χρόνια μας συννεφιάζει στο τραπέζι που λείπει ο ήλιος
του ψωμιού
συννεφιάζει στα τζάμια των σπιτιών που βλέπουν στα συρματοπλέγματα.
Ο ουρανός είναι κομμένος σε μικρά τετράγωνα απ' τα σταυρωτά κάγκελα,
ψάχνω στη συννεφιά και στη νύχτα να βρω το σπίτι σου, αδελφέ μου.
Μυρτούλα, λέω, Μυρτούλα, &

Ο πατερούλης κρυώνει, Μυρτούλα,
Μυρτούλα που είσαι σαν μπουκετάκι φως στη νύχτα της λύπης του,
Μυρτούλα που είσαι δυο σειρές μυρτιές στις όχτες της καρδιάς του,
Μυρτούλα, ο πατερούλης με την πίκρα σου φτιάχνει χιλιάδες μπουκετάκια γιασεμιά
χιλιάδες μπουκετάκια περασμένα στις πευκοβελόνες της έγνοιας του.
Τα αφήνει σιωπηλά στα φτωχόσπιτα
Τ' αφήνει στις λαϊκές ταβέρνες, στα μπαρμπέρικα με τους πικρούς συνοικιακούς καθρέφτες
Τ' αφήνει στο τραπέζι του άνεργου πλάι στο σταχτοδοχείο με τ' αποτσίγαρα του μόχθου του
Τ' αφήνει στο παγκάκι του μπαλωματή, στα πανέρια των πλανόδιων μικροπωλητών
Τ' αφήνει μπρος στο κόνισμα της ειρήνης πλάι σ' ένα κλουβί καναρίνια
Πάνω στα λιγνά γόνατα της φτώχειας
Μπροστά στη μητρόπολη της Δημοκρατίας.
Χιλιάδες μπουκετάκια γιασεμιά, σ' όλα τα σκαλοπάτια της νύχτας
- είναι τα χνάρια του για να τον βρεις Μυρτούλα.
Προχτές καθόταν μονάχος στην πέτρα.
Μαδούσε τις μαργαρίτες των άστρων και φώναζε:
Καληνύχτα ζωή, καληνύχτα. Δεν τον άκουσες.
Βουρκωμένες μέρες, βουρκωμένες νύχτες, βουρκωμένες καρδιές.
Μαύρα τα σπίτια, μαύρα, κατάμαυρα
μισόκλειστες οι πόρτες των μεγάρων.
Σε κάθε γωνιά μια λόγχη οργής. Πού είσαι, αδελφέ μας;
Ανάβω το λαδοφάναρο της καρδιάς μου και ψάχνω
Φωτίζω μια-μια τις ταμπέλες των δρόμων και τις πόρτες:
οδός Αβύσσου, οδός Αβύσσου, αριθμός μηδέν.
Όχι, δεν είναι εδώ το σπίτι του αδελφού μας,
το σπίτι του αδελφού μας είναι αλλού - πού ψάχνεις;
Μοσκοβολάει η νύχτα γιασεμί κι ελπίδα - είναι τα χνάρια σου, Μενέλαε.
Στέκω, βάζω τ' αυτί στον τοίχο του σκοταδιού, αφουγκράζομαι,
ακούω τις ανάσες των άστρων - είναι η φωνή του αδελφού μας:
Παππού Θεέ, κι άλλη βολά σε περικάλεσα στο Βερτεκόπι - δε θυμάσαι;
Είναι καιρός που με βλέπεις δίχως ρούχα, δίχως Σέικα δίχως ψωμί και δε με συμπονάς.
Ο Δροσιάδης, το γειτονάκι μου, έχει ίσαμε δέκα φορεσιές.
έχει κι ένα ψηλό-ψηλό μπαλκόνι να μας φτύνει σαν περνάμε.
Παππού, ως και στα σαλιγκάρια έδωκες στο καθένα το σπιτάκι του,
ως και στις χελώνες έδωκες στην κάθε μια την παραγκίτσα της,
μια και δεν μπορείς να δώκεις κάτι και σε μένανε
γιατί δεν με κάνεις σαλιγκάρι ή χελωνόπουλο;
Μα, όχι, παππού, δεν χρειάζεται.
Το άγριο κατσικάκι ο αδελφός μας σκαρφαλώνει τα βράχια της οργής σου.
Πηδάει ένα-ένα τα γκρεμνά της πληγής του και πάει μπροστά μαζί με τ' αδέλφια του
ν' ακουμπήσει το πυρωμένο του μέτωπο στο δροσερόν ώμο της αυγής.
Μενέλαε, σε βλέπουμε τα βράδια ν' ανεβαίνεις το βουνό με τ' αγκάθια
κουτσαίνοντας απ' το βαρύ φορτίο ενός φεγγαριού στοργής που κουβαλάς στους λιγνούς ώμους σου
και πλάι σου η Μυρτούλα μ' ένα ξύλινο καραβάκι χαμόγελο
και πλάι σου η Σέικα με τα μαλλιά από λουλουδάκια γαζίας
και παρακεί τα λουστράκια με τα κασελάκια τους γεμάτα μικρά ουράνια τόξα
να βάψουν τα πέδιλα της άνοιξης και τα φορέματα των λουλουδιών
και στα ζερβά της Μυρτούλας, το Γυφτάκι ντυμένο την Κυριακή της προσευχής σου
και στα δεξιά του το Τουρκάκι με δυο σταυρούς απορία στο λιόγερμα των ματιών του
κι η μάνα σου μ' ένα ποτήρι θάλασσα αλατισμένη απ' τα δάκρυα όλων των μανάδων
και πίσω σου οι λασπάδες με βουνά κεραμίδια στη ράχη τους για τις καινούργιες στέγες των φτωχών
στέγες κατάστιχτες απ' τις κουτσουλιές των περιστεριών και των άστρων
οι λασπάδες σου με μεγάλα στρογγυλά σταμνιά για το νερό,
το λάδι, το κρασί της παγκόσμιας αγάπης.
Τι κόσμος, Μενέλαε, κοντά σου,
μητέρες και παιδιά και πολιτείες κι αιώνες ταϊσμένοι από το ράμφος της πένας σου
θρεμμένοι από τον κόκκινο άρτο της καρδιάς σου
και τα γκαρσόνια της Αιδηψού με τις άσπρες πετσέτες στραβά στον ώμο τους
να ξεσκονίσουν απ' τη γύρη των πεύκων τα πράσινα τραπεζάκια
μιας ακροθαλασσιάς από λιακάδα λευτεριάς και ευτυχία.
Κόσμος και κόσμος κι ο Λουκάς ο "Πανοραματοποιός"
-α, ο μαγικός φακός της τέχνης σου, Μενέλαε-
ΕΔΩ, κύριοι, βλέπετε τις πυρκαϊές και τους καπνούς μιας πολιτείας
που καίγεται και λιώνει και τελειώνει
πάιντος, πάιντος, πάιντος,
κι ΕΔΩ αδέλφια, βλέπετε τη νέα πολιτεία,
ανθρώπους που σφίγγουν τα χέρια και φιλιούνται,
βουνά σιδεροδοκούς, βουνά καρπούς, βουνά στάχυα,
ζευγαράκια στα πάρκα, η Μυρτούλα μ' ένα καινούργιο λουλουδιστό φόρεμα,
πέτρινη γούρνα στη μέση της αυλής που πίνουν το νεράκι
τ' ουρανού τα σπουργίτια και οι κότες.
Τούτα τ' ανθισμένα δέντρα που βλέπετε στον ορίζοντα
είναι οι καπνοί των συντροφικών τρένων -τ' αεροπλάνα δικά μας,- έμπα,
περιστέρια, περιστέρια, περιστέρια στις ψηλές καμινάδες,
πλατιά παράθυρα σαν ανοιχτά βιβλία με φαρδύστερνους στίχους,
τραβήξου πιό κει, θα βάψεις τα πόδια σου στο μούστο της χαράς.
ΕΔΩ οι εργάτες σηκώνουν στη ράχη τους τον ειρηνικό μόχθο
σαν ένα ακορντεόν ξεχειλισμένο από εύθυμα τραγούδια
σε μια εκδρομή Σαββατοκύριακού στον πευκώνα.
ΕΔΩ ο Κρίστα μ' ολοκαίνουργια παπούτσια
και με φρέσκα μύγδαλα στις τσέπες του παντελονιού του
ΕΔΩ ο μεγάλος μας φίλος μ' έναν Απρίλη γαρύφαλλα κάτου
απ' το ματωμένο του πουκάμισο
και τα ποτάμια ζεμένα για το αγώι μας σαν άλογα.
ΕΔΩ οι σημαίες, τα τύμπανα κ' οι σάλπιγγες.
ΕΔΩ ο Νερούντα, ο Φαντέεφ, ο Χικμέτ, ο Αραγκόν,
ο Έρενμπουργκ κάτου απ' τις λεύκες της βεβαιότητας
κουβεντιάζοντας μεγάλα τριαντάφυλλα λόγια
πελώρια όνειρα ορείχαλκο
πολυώροφα ποιήματα από μπετόν, σίδερο και ήλιο
ποιήματα λαϊκές πολυκατοικίες και πανεπιστήμια και αστεροσκοπεία
ΕΔΩ, αδέλφια, βλέπετε
ΕΔΩ ανατέλλει το ψωμί
ΕΔΩ ανατέλλει ο άνθρωπος
εδώ ποτέ δεν συννεφιάζει
εδώ δεν είναι πάιντος
είναι η αρχή του κόσμου
αρχή, αρχή, αρχή
ΕΔΩ δεν είναι το παλιό "Πανόραμα"
είναι η Ζωή.
Εδώ τα πλοία αράζουν
εδώ ο μεγάλος μας Μενέλαος Λουντέμης
σεργιανάει στην προκυμαία της αξιοπρέπειας
κουβαλώντας περήφανα στους ώμους του
το φορτίο του ήλιου και την ευθύνη του
χαρούμενος
χαρούμενος
χαρούμενος
γιατί εδώ τελειώνουν τα συρματοπλέγματα
γιατί εδώ δεν είναι εντάλματα συλλήψεων
γιατί εδώ δεν διώκονται οι ποιητές που καρπίζουν τη γη
κι ανθίζουν τον αέρα.
ΕΔΩ η στοργή του λαού στεγάζει τους ποιητές του.
Εδώ είναι το σπίτι του Μενέλαου.
Όχι οδός Αβύσσου, αριθμός Μηδέν.
Οδός Ανθρώπου, αριθμός Ένα.
Δεν χρειάζεται να χτυπήσεις.
Η πόρτα ανοιχτή. Μπορείς να μπεις.
Μ' αναμμένο το φανάρι της καρδιάς μου μες στη νύχτα
φωτίζω την πόρτα σου, Μενέλαε. Σε βρήκα.
Περάστε αδέλφια. Το σπίτι του όλους μας χωράει.
Εδώ μένει ένας άνθρωπος που καίγεται απ' τον ήλιο της καρδιάς του και φωτίζει.

Μενέλαος Λουντέμης, "Είμαι καλά" (Γραμμένο στη Μακρόνησο)

Είμαι καλά, Μητερούλα... αυγή μου...
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ' τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει... Μάνα...
Τρεμούλα των χεριών...
Χρόνια που ξεφεύγεται απ' την μπόλια...
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου...
Είμαι καλά.

"Πρώτον, Σεβαστή μου..."
"Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω..." Και δεν ρωτώ τίποτα.

Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι "Είναι καλά..."
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ' τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.

"Πρώτον, Μητερούλα... Υγείαν έχω"
Και το στήθος μου φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
"Πρώτον, Μητερούλα..." Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.

Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
"Είμαι καλά".

Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω...
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα "Είμαι καλά"
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.

Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του μάθημα:
"Είμαι καλά".

Ξέρω, αχ, Μητερούλα...
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου...
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από 'δω...
"Είμαι καλά".

Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να 'ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα...
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου"
"Είμαι καλά".

Είμαι καλά... Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά... Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά... Αφού αραδιάζω στο χαρτί,
"Είμαι καλά".

Αχ, να μπορούσα να 'χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα 'χυνα στο διάστημα...
Για να 'ρχονται - κι όταν εγώ δεν θ' ανασαίνω.
Να 'ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούνε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
"Είμαι καλά".

Μανούλα εσύ... Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών...
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου...
Και διάβασε πάνω στ' άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ' την καρδιά μου:
Μάνα... Αχ... Μάνα, Μάνα...
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ' το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε κατ' απ' το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα...
Πες πως ξύπνησες απ' όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ... ησύχασε, Μανούλα.
"Είμαι καλά"
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά...

Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι' αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ' αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ' αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκροί του
ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ

Ἐρωτικὸ κάλεσμα
(ποίημα του Μενέλαου Λουντέμη, μουσική, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας)


Ἔλα κοντά μου, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τὶς φωτιὲς τὶς σβήνουν τὰ ποτάμια.
Τὶς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τὶς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Ἔλα κοντά μου δὲν εἶμαι ἄνεμος.
Τοὺς ἄνεμους τοὺς κόβουν τὰ βουνά.
Τοὺς βουβαίνουν τὰ λιοπύρια.
Τοὺς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὁ ἄνεμος.
Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητὴς
ποὺ ἀκούμπησε στὴ ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τὸ τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νὰ τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Να σκέφτεσαι τους άλλους...



محمود درويش (MΑΧΜΟΥΝΤ ΝΤΑΡΟΥΙΣ)

Να σκέφτεσαι τους άλλους

Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.
Οταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.
Οταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν.
Οταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.
Οταν τα αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.
Οταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.
Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους τους άλλους,
στον εαυτό σου γύρισε και πες:
«Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».



Ποίημα από την έκδοση «Μαχμούντ Νταρουΐς...να σκέφτεσαι τους άλλους
- 12 ποιήματα του Παλαιστίνιου ποιητή», μτφρ.: Τζένη Καραβίτη, Νήσος, 2009

(από το www.e-poema.eu)

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

Τείχη...με υπόκρουση τη σονάτα του σεληνόφωτος...



Μούχλιασα! Απόψε όλα μου φταίνε, η βροχή που υπό κανονικές συνθήκες λατρεύω, το τσιγάρο που κρατώ και καπνίζω μηχανικά πια μετά από 2 πακέτα, το άδειο πορτοφόλι μου που αναπαύεται στη γεμάτη άχρηστα πράγματα τσάντα μου, το ελεεινό dvd που δεν λέει να παίξει (φτηνιάρικο από εφημερίδα), οι αηδίες της τηλεόρασης, η περιφορά μου (σαν φυλακισμένος επιτάφιος) από δωμάτιο σε δωμάτιο σ’ αυτό το σπίτι που σιχάθηκε η ψυχή μου, το ουίσκι που πίνω και με ζαλίζει άσχημα…η μουσική που βαρέθηκα να με ταξιδεύει καθισμένη μπροστά σε μια οθόνη…η ανημποριά μου να αντιδράσω, θέλω να πάω για τσιγάρα αλλά ντρέπομαι τον περιπτερά… πόσες φορές του είπα, «σημείωσε τα…ξέχασα το πορτοφόλι μου», το ότι ξημερώνει Κυριακή κι εγώ ακόμα θα περιφέρομαι με τσιγάρα και καφέ το πρωί, τσιγάρα και ουίσκι το βράδυ…
Πώς άλλαξα έτσι; Πώς έγινα έτσι; Πώς επέτρεψα να καταντήσω έτσι;
Αρπάζομαι από τη στιγμή για να γελάσω κι ύστερα πάλι σκέφτομαι…τι κάνω; Τι δεν κάνω; Τι θα μπορούσα να κάνω και απλά αφήνομαι να με παρασέρνει ο χρόνος;
Γερνάω;
Ναι, γερνάω…και φοβάμαι…και θέλω ν’ αγαπήσω ξανά μα δεν μπορώ…και τρομάζω στη σκέψη πως είμαι ορφανή από ασφάλεια, ορφανή από αγάπη, ορφανή από υγεία, ορφανή από αισθήματα και επιθυμίες…
Μη το πείτε…μη πείτε τη λέξη σας παρακαλώ…δεν είναι αυτό…είναι η ανθρώπινη αδυναμία της στιγμής κι αύριο ίσως…ίσως λέμε…όλα να’ναι καλύτερα.
Θέλω να κοιμηθώ, ξέρω όμως ότι θα έχω ανήσυχο ύπνο, άσχημα όνειρα, ότι θα κάνω σβούρες στο κρεβάτι και όλα θα μου φταίνε, το μαξιλάρι, το πάπλωμα, η αντανάκλαση των φώτων του δρόμου στο δωμάτιο, το κλάμα του μωρού απέναντι…μέχρι να μην αντέχω πια…να θέλω απεγνωσμένα να σηκωθώ, να ντυθώ, να πάω στο μπαρ της γωνιάς και να νοιώσω γυναίκα, αλλά είπαμε…το πορτοφόλι μου κοιμάται ύπνο βαθύ…
Όχι, δεν είμαι μόνη….
Ναι, είμαι μόνη…
Κατάφερα να είμαι μόνη ανάμεσα σε τόσο κόσμο που σκοντάφτω πάνω του σ’ αυτά τα γνώριμα δωμάτια…
Μια γουλιά ακόμα. Ένα τσιγάρο ακόμα. 1.05 μεσάνυχτα, νωρίς…
Ώρες έως να ξημερώσει Κυριακή, αργεί…


Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ, τείχη μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι κι απελπίζομαι τώρα εδώ.Άλλο δεν σκέπτομαι, τον νούν μου τρώγει αυτή η τύχη.
Διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον
Ά! όταν έκτιζαν τα τείχη πως να μην προσέξω... Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. Ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Let's Rock...

CREAM...Μεγαλείο!!!





NIRVANA...Αποθέωση!!!!






Jimi Hendrix...μοναδικός!!!





THE BEATLES...no comment!!!




THE SOUND...Αγαπημένο μου!!!




(κι επεται συνεχειαααααααααααααααααααα...!!!!!)

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Ευφροσύνη Βασιλείου 1773 – 1801



ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΦΡΟΣΥΝΗΣ
(Ιανουάριος 1801)

Ας δούμε τη θρυλική μορφή της ωραίας "αμαρτωλής" Γιαννιώτισας, καθώς συνδέεται η γοητευτική μορφή της με το Κάστρο και τη λίμνη. Μάλιστα η λίμνη στο στόμα του λαού ονομάζεται λίμνη της κυρα-Φροσύνης.
Η Φροσύνη, καλλονή των Ιωαννίνων, σύζυγος του Δημητρίου Βασιλείου, πλούσιου εμπόρου των Ιωαννίνων και ανιψιά του μητροπολίτη Λάρισας και κατόπιν Ιωαννίνων, Γαβριήλ Γκάγκα, φημισμένη για την ομορφιά, την καταγωγή και τη μόρφωσή της, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο έρωτα του γυιού του Πασά των Ιωαννίνων Μουχτάρ, στο διάστημα της απουσίας του συζύγου της στη Βενετία. Όταν ο Μουχτάρ στάλθηκε από τον αποστάτη Τζωρτζίμ στην Αδριανούπολη, η σύζυγός του που είχε μάθει τις ερωτικές σχέσεις του με τη Φροσύνη, ζήτησε από τον Αλή πασά την τιμωρία της αντιζήλου της. Ο Αλής, που το 1801 διήγε το 61ο έτος της ηλικίας του και που είχε θαμπωθεί από τα κάλλη της, επωφελούμενος της απουσίας του Μουχτάρ σε πολεμική εκστρατεία στην Αδριανούπολη, της πρότεινε να παρατήσει τον γιο του και να γίνει ερωμένη του. Η Φροσύνη αρνήθηκε και ο Αλή την απήγαγε και την έφερε στο χαρέμι του στις 10 Ιανουαρίου 1801. Ούτε τότε ενέδοσε η Φροσύνη στις προτάσεις του Αλή. Το νέο «όχι» της εξόργισε τον δυνάστη, που την φυλάκισε μαζί με άλλες 17 γυναίκας από τα Γιάννενα, για τις οποίες υπήρχαν υποψίες ότι είχαν μοιχεύσει, και τις καταδίκασε σε θάνατο δια πνιγμού στη λίμνη. Και μια νύχτα, στις 11 Ιανουαρίου 1801, τις κατέβασαν από τη σκάλα του βράχου του Ασλάν τζαμιού κάτω στη λίμνη, τις έβαλαν στη βάρκα, τις έκλεισαν σε δερμάτινα σακιά με βαριά λιθάρια και τις έπνιξαν στα νερά. Το σπίτι της Φροσύνης σφραγίστηκε και τα υπάρχοντά της δημεύτηκαν, τα δύο μικρά παιδιά της εγκατελείφθηκαν στους δρόμους, μια και κανεις δεν τολμούσε να τα αναλάβει, μέχρι που τα παρέλαβε ο θείος της μητέρας τους Επίσκοπος Γαβριήλ.
Σε μια-δυο μέρες το κορμί της κυρά-Φροσύνης ανέβηκε από το βυθό στην άκρη της λίμνης, ανάμεσα σε Στρούνι και Πέραμα.Τότε συγγενείς και φίλοι, χωρίς πομπές και τελετουργίες έθαψαν το σώμα της στην απόμερη εκκλησιά των Αγίων Αναργύρων στο Στρούνι(Αμφιθέα.)

Παρά το ηθικό και εθνικό της ολίσθημα (μορφή πρώιμου δοσιλογισμού), η λαϊκή μούσα την τίμησε, επειδή θεώρησε ότι εξαγνίστηκε με τον τραγικό της θάνατο:



Τ' ακούσατε τι γίνηκε 'ς τα Γιάννενα, τη λίμνη,
που πνίξανε τοις δεκαφτά με την κυρά Φροσύνη;
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
τι κακό παθες, καϊμένη!
Άλλη καμιά δεν τό βαλε το λιαχουρί φουστάνι,
πρώτ' η Φροσύνη το βαλε και βγήκε 'ς το σιργιάνι
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
και 'ς τον κόσμο ξακουσμένη!
Δε σ' τό ‘λεγα, Φροσύνη μου, κρύψε το δαχτυλίδι,
γιατί αν το μάθη ο Αλήπασας θε να σε φάη το φίδι;
Αχ, Φροσύνη μου καϊμένη,
τι πολύ κακό θα γένη!
Αν είστε Τούρκοι αφήστε με, χίλια φλωριά σας δίνω,
σύρτε με ‘ς το Μουχτάρπασα, δυο λόγια να του κρίνω"
Αχ, Φροσύνη μου καϊμένη,
τι κακό πολύ θα γένη!
«Πασά μου, πού είσαι, πρόβαλε, τρέξε να με γλυτώσης,
μέρωσε τον Αλή πασά, και δώσε ό τι να δώσης».
Αχ, Φροσύνη πέρδικά μου,
τι κακό ‘παθες, κυρά μου!
Εις το Βεζίρη τα φλωριά, τα δάκρυα δεν περνάνε,
και σένα μ' άλλαις δεκαφτά τα ψάρια θα σας φάνε.
Αχ, Φροσύνη πέρδικα μου,
μόκαψες τα σωθικά μου!
Νά ταν οι πέτραις ζάχαρη, να ρήχνανε 'ς τη λίμνη,
για να γλυκάνη το νερό για την κυρά Φροσύνη.
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
μέσ 'ς τη λίμνη ξαπλωμένη!
Φύσα, βοριά, φύσα, θρακιά, για ν' αγρίεψη η λίμνη,
να βγάλη ταις αρχόντισσαις και την κυρά Φροσύνη.
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
μεσ 'ς τη λίμνη ξαπλωμένη!
Φροσύν', σε κλαίει το σπίτι σου, σε κλαίνε τα παιδιά σου
σε κλαίν όλα τα Γιάννενα, κλαίνε την ομορφιά σου.
Αχ, Φροσύνη πέρδικα μου,
μόκαψες τα σωθικά μου!

Από τα λαϊκά άσματα και τις διηγήσεις, οι οποίες παρουσιάζουν διαφορετικές εκδοχές της ζωής της, παρέλαβε τη Φροσύνη η έντεχνη ποίηση (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Αλέξανδρος Ραγκαβής, Σωτήρης Σκίπης και Δημήτριος Βερναρδάκης), η οποία την εξιδανίκευσε και κατέστησε τον θάνατό της σύμβολο της κακουργίας του Αλή Πασά.

Η ωραία Φροσύνη δεν άφησε ασυγκίνητη τη λόγια ελληνική μουσική. Ο Παύλος Καρέρ έγραψε την όπερα «Κυρά Φροσύνη», βασισμένη στο ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, η πρεμιέρα της οποίας δόθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1868 στο θέατρο «Απόλλων» της Ζακύνθου. Ο Θεόδωρος Σπάθης άφησε μια ημιτελή όπερα βασισμένη στην «Kυρά Φροσύνη» του Σωτήρη Σκίπη, από την οποία έχει ηχογραφηθεί το «Τραγούδι της Κυρά Φροσύνης» για πιάνο και φωνή, ενώ ο Γεώργιος Σκλάβος έγραψε την ορχηστρική σουίτα «Κυρά Φροσύνη».

"...άλλη καμμιά δε τόβανε
το λιαχουρί του φ'στάνι,
μόνο η Φροσύνη τόβανε
κι βγήκι στου μεϊντάνι,
δε στό είπα βρε Φροσύνη μου
κρύφτο το δαχτυλίδι,
θε να το ιδεί ο Αλή πασιάς
κι να σι φάει του φίδι!"







Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

Σιμόν Ντε Μποβουάρ...


Σαν σήμερα, το 1908, γεννήθηκε στο Παρίσι, η Σιμόν Ντε Μποβουάρ, η σύντροφος του Ζαν Πωλ Σαρτρ και συγγραφέας του εκπληκτικού βιβλίου "Το Δεύτερο Φύλο", που εκδόθηκε το 1949. Το 1929 πήρε δίπλωμα φιλολογικών και φιλοσοφικών σπουδών από το πανεπιστήμιο της Σορβόνης, ακολουθώντας τον πρώτο σε βαθμό επιτυχίας, Ζαν Πωλ Σαρτρ, με τον οποίο συνδέθηκε και παρέμεινε αχώριστη και "δια βίου" φίλη και σύντροφός του.
Δίδαξε σε Λύκεια στη Μασσαλία και τη Ρουέν από το 1931 μέχρι το 1937 και στο Παρίσι από το 1938 μέχρι το 1941. Μετά τον πόλεμο αναδύθηκε σε ηγετική φυσιογνωμία του υπαρξιστικού κινήματος.
Έργα της:
Το πρώτο της μυθιστόρημα, "Η καλεσμένη", το 1943
"Πύρρος και Κινέας", 1944, δοκίμιο, όπου ανέπτυξε μερικά από τα θεμελιώδη προβλήματα του υπαρξιστικού κινήματος.
"Το Αίμα των άλλων", 1945, με διάχυτες τις ιδέες του υπαρξισμού,
"Τα άχρηστα στόματα", 1945, θεατρικό έργο,
"Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί", μυθιστόρημα, 1947,
"Για μια ηθική της αμφισβήτησης", 1947, δοκίμιο
"Το δεύτερο φύλο", 1949
"Οι μανδαρίνοι", 1964, μυθιστόρημα, για το οποίο κέρδισε το βραβείο Γκονκούρ
Στα παραπάνω ήλθαν να προστεθούν αργότερα, το μυθστόρημα "Οι Ωραίες εικόνες", οι συγκλονιστικές νουβέλες "Προδομένη Γυναίκα" και "Ο Μονόλογος μιάς Γυναίκας", το συγκινητικό χρονικό της "Ένας πολύ γλυκός θάνατος" και η αποκαλυπτική τριλογία των απομνημονευμάτων "Οι αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης", "Η δύναμη της ζωής" και "Η δύναμη των πραγμάτων". Τα τελευταία χρόνια της ζωής της συμπλήρωσε τα απομνημονεύματά της με τον τόμο, "Όσα είπαμε κι όσα κάναμε" και δημοσίευσε τη μελέτη "Τα γηρατειά".
Ελεύθερη γυναίκα, ελεύθερη σχέση με τον Σαρτρ, δεν έκρυβε ποτέ τις ερωτικές της ιστορίες, ούτε προσπαθούσε να καλυφθεί πίσω από επιφάσεις καθωσπρεπισμού.
Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1950, στέλνει επιστολή προς τον Αμερικανό συγγραφέα του μυθιστορήματος "Ο άνθρωπος με το χρυσό χέρι", Νέλσον Άλγκρεν, με τον οποίο διατηρούσε ερωτική σχέση από το 1947, όταν γνωρίστηκαν σε μια επίσκεψη της Μποβουάρ στο Σικάγο. Παρόλο που, σε γράμμα της προς τον Σαρτρ, τον περιέγραφε σαν "...τυπικό Αμερικανό με ανέκφραστο πρόσωπο και άκαμπτο σώμα...", ήταν ερωτευμένη μαζί του.
Όπως διηγείται στην αυτοβιογραφία της, γραμμένη το 1963, πριν φύγει από το Σικάγο είπε στον Άλγκρεν ότι πέρασε πολύ ωραία και ότι χαίρεται που είναι πραγματικοί φίλοι. "Δεν πρόκειται για φιλία", απάντησε εκείνος, "δεν μπορώ να σου προσφέρω τίποτα λιγότερο από έρωτα".
Συνέχισαν να επικοινωνούν μέχρι το 1964, οπότε εκείνος διέκοψε κάθε επαφή μαζί της, μετά την αμερικανική έκδοση της αυτοβιογραφίας της.



(Αποσπάσματα από την επιστολή της Σιμόν Ντε Μποβουάρ προς τον Νέλσον Άλγκρεν)

"Ξενοδοχείο Λίνκολν, Νέα Υόρκη
30 Σεπτεμβρίου, 1950

Νέλσον γλυκέ μου αγαπημένε,
είχες μόλις φύγει όταν ήλθε ένας χαμογελαστός άντρας και μου πρόσφερε ένα ωραίο, τρελλό λουλούδι με δυο πουλάκια και την αγάπη του Νέλσον. Αυτό ήταν αρκετό για να χαλάσει τη σωστή συμπεριφορά μου. Ήταν δύσκολο να "μην κλαίω πια". Κι όμως, τα καταφέρνω καλύτερα στη στεγνή θλίψη απ' ότι στον ψυχρό θυμό, καθώς δεν έχυσα ούτε δάκρυ ως τώρα, έμεινα στεγνή σαν καπνιστό ψάρι. Η καρδιά μου όμως είναι μαλακή σαν το εσωτερικό σκοτεινής κρέμας. Περίμενα μιάμιση ώρα στο αεροδρόμιο εξαιτίας της κακοκαιρίας. Το αεροπλάνο από το Λος Άντζελες δε μπορούσε να προσγειωθεί γιατί είχε ομίχλη. Καλά έκανες κι έφυγες. Τούτη η τελική αναμονή είναι πάντα ατέλειωτη. Χάρηκα όμως που ήλθες. Σε ευχαριστώ που ήλθες και σε ευχαριστώ για τα λουλούδια και φυσικά για όλα τα άλλα. Περίμενα λοιπόν με ένα βυσσινί λουλούδι στο στήθος κάνοντας ότι διαβάζω ένα αστυνομικό βιβλίο του ΜακΝτόναλντ. Ύστερα φύγαμε. Το ταξίδι ήταν πολύ εύκολο, δεν κουνηθήκαμε καθόλου. Δεν κοιμήθηκα, αλλά προσποιήθηκα ότι διάβαζα το βιβλίο ως το τέλος, χαιδεύοντάς σε στα βάθη της σκοτεινής, ανόητης καρδιάς μου.
Η Νέα Υόρκη ήταν πανέμορφη. Ζεστή και ηλιόλουστη και γκρίζα συνάμα. Τι σαγηνευτική πόλη! Δεν πήγα στο Μπρίτανι, γιατί θα ράγιζε η καρδιά μου..."
"...Για άλλη μια φορά σε έβλεπα παντού, τα πάντα μου θύμιζαν εσένα....τώρα είναι εννιά...είμαι πολύ κουρασμένη. Ήρθα στο δωμάτιό μου να σου γράψω και να πιω ένα ουίσκυ. Δεν νομίζω όμως να μπορέσω να ξαπλώσω τώρα. Γύρω μου αισθάνομαι τη Νέα Υόρκη, πίσω μου το δικό μας καλοκαίρι. Θα κατέβω να περπατήσω και να ονειρευτώ, ώσπου να εξουθενωθώ τελείως.
Δεν είμαι λυπημένη, κατάπληκτη είμαι μάλλον, τελείως αποστασιοποιημένη από τον εαυτό μου. Δεν μπορώ να πιστέψω πως τώρα είσαι τόσο μακριά, εσύ που είσαι τόσο κοντά. Θέλω να σου πω μοναχά δυο λόγια πριν φύγω και μετά δεν θα ξαναπώ τίποτα, σου το υπόσχομαι. Πρώτα απ' όλα, ελπίζω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, θέλω, έχω ανάγκη να σε ξαναδώ μια μέρα. Σε παρακαλώ, όμως, μην ξεχνάς, δεν πρόκειται να ξαναζητήσω να σε δω - όχι από περηφάνεια, γιατί, όπως ξέρεις, δεν έχω περηφάνεια όσον αφορά εσένα. Η συνάντησή μας όμως θα σημαίνει κάτι μόνο αν την επιθυμείς κι εσύ. Οπότε θα περιμένω. Όταν το θελήσεις, δεν έχεις παρά να το πεις. Δεν θα συμπεράνω ότι μ' αγαπάς πάλι, ούτε είσαι υποχρεωμένος να κοιμηθείς μαζί μου και δεν χρειάζεται να μείνουμε πολύ καιρό μαζί. Όπως το αισθάνεσαι, όταν το αισθάνεσαι. Να ξέρεις όμως ότι πάντα θα λαχταρώ να μου το ζητήσεις. Όχι, δεν αντέχω να σκέφτομαι ότι δεν θα σε ξαναδώ ποτέ πιά. Έχασα την αγάπη σου και ήταν (είναι) οδυνηρό, δεν θα χάσω όμως κι εσένα..."
"...Σε αγαπώ όπως τότε που βρέθηκα στην απογοητευμένη σου αγκαλιά, δηλαδή με όλο μου το είναι, με όλη τη σκοτεινή μου καρδιά. Δεν μπορώ να σ' αγαπήσω λιγότερο. Αλλά αυτό δεν πρόκειται να σ' ενοχλήσει, γλυκέ μου, και ούτε θέλω να μου γράφεις από υποχρέωση..."
"...Λοιπόν, τα λόγια ηχούν ανόητα. Σε νοιώθω τόσο κοντά, τόσο κοντά μου, άσε να σε πλησιάσω κι εγώ. Και άσε με, σαν τον παλιό καιρό, άσε με να μείνω ο εαυτός μου για πάντα.
Η δική σου Σιμόν"



Από το "Δεύτερο φύλο", σελ. 740
"Και στα δυο φύλα παίζεται το ίδιο δράμα της σάρκας και του πνεύματος. Και τα δυο τα ροκανίζει ο χρόνος, τα παραμονεύει ο θάνατος, έχουν ουσιαστική ανάγκη το ένα από το άλλο. Αν ξέρουν να την γευτούν δεν θα ένοιωθαν τον πειρασμό να διεκδικήσουν ύπουλα προνόμια. Και θα μπορούσε να γεννηθεί ανάμεσά τους η αδελφοσύνη..."

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Μυστικο τοπιο...


Χωριουδάκι στο Ιράν...

Πήρα ένα πανέμορφο και εντυπωσιακό mail σήμερα. Ένα χωριό στο βορειοανατολικό Ιράν, στους πρόποδες του όρους Sahand στο Kandovan. Οι κάτοικοι ζουν σε σπίτια λαξευμένα σε σπηλιές ηφαιστειακών βράχων. Κάποια από αυτά τα σπίτια είναι πάνω από 700 ετών...











Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

Ευτυχία...




Η εγγονούλα μου...
Αν αυτό δεν είναι ευτυχία, τότε δεν υπάρχει αυτή η έννοια...

BLACK HUMOR ή πραγματικότητα;



Παραγγελία πίτσας στο πολύ κοντινό μέλλον!

Τηλεφωνήτρια : "Pizza” καλησπέρα σας."
Πελάτης : "Καλησπέρα, θα ήθελα να δώσω μια παραγγελία."
Τηλεφωνήτρια : "Θα μπορούσα να έχω τον ΕΑΤ σας, παρακαλώ;"
Πελάτης : "Τον Εθνικό Αριθμό Ταυτοποίησής μου, ναι, μια στιγμή, ορίστε, είναι ο
6102049998-45-54610."
Τηλεφωνήτρια : "Ευχαριστώ, κύριε Sheehan. Λοιπόν η διεύθυνσή σας είναι 1742 Meadowland Drive, και ο
αριθμός τηλεφώνου σας 494-2366. Το επαγγελματικό τηλέφωνό σας στην Lincoln Insurance είναι 745-2302
και ο αριθμός του κινητού σας 266-2566. Από ποιον αριθμό καλείτε ;"
Πελάτης : "Εεε; Είμαι στο σπίτι. Από πού τις βγάζετε όλες αυτές τις πληροφορίες;"
Τηλεφωνήτρια : "Είμαστε συνδεδεμένοι με το σύστημα, κύριε."
Πελάτης : (Στεναγμός) "Α μάλιστα ! Θα ήθελα δύο σπέσιαλ πίτσες με ζαμπόν, μπέικον… ..."
Τηλεφωνήτρια : "nεν νομίζω ότι θα ήταν καλή ιδέα, κύριε."
Πελάτης : "Α μπα;"
Τηλεφωνήτρια : "Σύμφωνα με τον ιατρικό σας φάκελο, υποφέρετε από υπέρταση και το επίπεδο της
χοληστερόλης σας είναι υψηλό. Η ασφάλεια περίθαλψης που έχετε σας απαγορεύει μια τόσο επικίνδυνη για
την υγεία σας επιλογή."
Πελάτης : "Αϊ ! Τι μου προτείνετε λοιπόν; "
Τηλεφωνήτρια : "Μπορείτε ν α δοκιμάσετε την Πίτσα Λάιτ με γιαούρτι σόγιας. Είμαι σίγουρη ότι θα σας
αρέσει πολύ."
Πελάτης : "Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι θα μου αρέσει αυτή η πίτσα; "
Τηλεφωνήτρια : "Συμβουλευτήκατε τις 'Νόστιμες συνταγές με σόγια' στη βιβλιοθήκη της περιοχής σας την
περασμένη εβδομάδα, κύριε. Εξ ου και η πρόταση μου."
Πελάτης : "Καλά, εντάξει. ώστε μου δυο, οικογενειακό μέγεθος. Τι οφείλω;"
Τηλεφωνήτρια : "Πραγματική ευκαιρία για σας, τη σύζυγό σας και τα τέσσερα παιδιά σας, κύριε. Οφείλετε
49,99 $."
Πελάτης : "Να σας δώσω τον αριθμό της πιστωτικής μου κάρτας."
Τηλεφωνήτρια : "Λυπάμαι, κύριε, αλλά φοβάμαι ότι θα πρέπει να πληρώσετε μετρητοίς.. Το υπόλοιπο της
πιστωτικής σας κάρτας έχει υπερβεί το όριο ".
Πελάτης : "Θα πάω να βγάλω μετρητά από το μηχάνημα προτού έρθει ο υπάλληλός σας."
Τηλεφωνήτρια : "Ούτε αυτό είναι δυνατόν, κύριε. Ο τραπεζικός σας λογαριασμός είναι ακάλυπτος."
Πελάτης : "Να μη σας ενδιαφέρει. Εσείς στείλτε μου τις πίτσες. Θα έχω τα μετρητά. Πόσην ώρα θα πάρει;"
Τηλεφωνήτρια : "Έχουμε μια μικρή καθυστέρηση, κύριε. Θα είναι στο σπίτι σας σε 45 λεπτά περίπου. Εάν
βιάζεστε, μπορείτε να έρθετε να τις πάρετε, αφού βγάλετε τα μετρητά, αλλά η μεταφορά πίτσας με
μοτοσικλέτα είναι τουλάχιστον ακροβασία. "
Πελάτης : "Πού στο διάολο ξέρετε ότι έχω μηχανή;"
Τηλεφωνήτρια : "Βλέπω εδώ ότι επειδή δεν καταβάλατε εμπρόθεσμα τις δόσεις, το αυτοκίνητό σας έχει
κατασχεθεί. Αλλά η Χάρλεϊ έχει εξοφληθεί, οπότε απλώς συμπέρανα ότι θα την χρησιμοποιούσατε.."
Πελάτης : "@#%/$@&?#!$*#@&$%^&*΄
Τηλεφωνήτρια : "Σας συμβουλεύω να παραμείνετε κόσμιος, κύριε. Έχετε ήδη καταδικαστεί τον Ιούλιο του
2006 για προσβολή οργάνου της τάξεως."
Πελάτης : (Άφωνος)
Τηλεφωνήτρια : "Κάτι άλλο κύριε;"
Πελάτης : "Όχι τίποτα. Α ναι, μην ξεχάσετε τα δυο λίτρα δωρεάν Κόκα Κόλα μαζί με τις πίτσες, σύμφωνα με τη
διαφήμισή σας."
Τηλεφωνήτρια : "Λυπάμαι, κύριε, αλλά υπάρχει ρήτρα στη διαφήμισή μας που μας απαγορεύει να
προσφέρουμε δωρεάν αναψυκτικά σε διαβητικούς" ...

…Και τώρα που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, εμείς ξέρουμε ποιοι από σας χαμογελούν και θα δείτε σύντομα τι θα πάθετε…

(Από την ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ
ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ,
ΦΥΛΛΟ Νο 59, Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010)

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Σχόλιο για τους «βρικόλακες της ιστορίας».

Σκέψεις με αφορμή την δημοσίευση της Λιάνας, στις 01/01/2010, με τίτλο «οι βρικόλακες της ιστορίας» που αναφέρεται σε σχετικό άρθρο του περιοδικού LIFE & STYLE (του οποίου δεν είμαι αναγνώστης αλλά το αναζήτησα και διάβασα το συγκεκριμένο άρθρο). Στο άρθρο αυτό διάβασα πως η βασιλική οικογένεια «δίχως αποσκευές» αποβιβάστηκε, στις 13 Δεκεμβρίου 1967, στο αεροδρόμιο Τσιαμπίνο της Ρώμης. Ακόμη, ότι ο μεγαλειότατος αρχηγός του Κράτους «είχε αιφνιδιαστεί με την εκδήλωση του πραξικοπήματος», στη συνέχεια «προετοίμαζε την ανατροπή» των πραξικοπηματιών αξιωματικών και το βασιλικό αντικίνημα (sic) «ενεγράφη ως η πρώτη αντιστασιακή πράξη» η οποία όμως δεν απέδωσε διότι «το βασιλικό αντιπραξικόπημα …..απέτυχε» για λόγους που μπορούμε να πληροφορηθούμε, μαζί με άλλα σχετικά γεγονότα της εποχής, στο βιβλίο της κυρίας τάδε (το οποίο ο συντάκτης του άρθρου συνιστά ενθέρμως).

Λοιπόν αναρωτιέμαι, αφελώς για ορισμένους ως φαίνεται, αν ο αιφνιδιασμός που υπέστη ο μεγαλειότατος έγκειτο στο ότι οι συνταγματάρχες πρόλαβαν την χούντα των στρατηγών βασιλικής επιρροής. Θα επικρατούσε η χούντα αν ο αρχηγός του Κράτους δεν όρκιζε, όπως έπρεπε να πράξει, τους επίορκους στρατιωτικούς; Ο βασιλιάς και αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, ήταν αποφασισμένος για την ανατροπή των δικτατόρων, όταν είχε έτοιμο το αεροπλάνο διαφυγής του (μέσα και οι αποσκευές της βασιλικής οικογένειας) αφήνοντας στην τύχη τους έντιμους αξιωματικούς; Ποιες θα ήταν οι εξελίξεις αν δεν δραπέτευε στο εξωτερικό;
Για την αποτυχία του αντικινήματος στις 13 Δεκεμβρίου του 1967 δεν αναρωτιέμαι:
ήταν το χρονικό μιας πραναγγελθείσας αποτυχίας!

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

Καλή Χρονιά!


Νικηφόρος Βρεττάκος

Ο Λαβύρινθος

Διαδέχονται οι μέρες μου γρήγορα η μια τους την άλλη,
σα νάναι πουλιά που κυνηγιούνται στο σούρουπο
μιας ερήμου, μπερδεύονται, πέφτουνε το ένα τους
πάνω στο άλλο, χτυπιούνται - σωριάζονται,
γίνονται ένα σώμα οι μέρες μου. Σφηνώνονται μες
στις Κυριακές οι Δευτέρες, μπλέκονται οι μήνες
καθώς τα χαρτιά της τράπουλας: Μάρτης
κι αμέσως Δεκέμβρης, Αύγουστος έπειτα,
παγώνουν οι άκρες των χεριών μου καθώς
ψηλαφώ το λαβύρινθο, προσπαθώντας να βάλω
τη Δευτέρα μετά την Κυριακή, τον Απρίλη
πριν απ' το Μάη. Να χωρίσω ξανά
τη βδομάδα σε εικοσιτετράωρα.



Οι Βρυκόλακες της Ιστορίας...



Έπεσε στα χέρια μου αυτές τις μέρες (αργία μήτηρ πάσης κακίας!!!!!) ένα περιοδικό από τα αμέτρητα που σκοντάφτουμε όλοι μας σε ακτίνα 3 μέτρων από το περίπτερο! Το όνομά του, Life & Style, των εκδόσεων Λυμπέρη, τεύχος Δεκεμβρίου 2009, εξώφυλλο "οι πρίγκηπες Παύλος και Μαρί Σαντάλ με τα 5 παιδιά τους!" Το ξεφύλλιζα χαζεύοντας τους διάφορους celebrities που εν μέσω κρίσης, εν μέσω ζοφερής και ελεεινής οικονομικής κατάστασης της χώρας και των εκατομμυρίων άμοιρων μικρομεσαίων, μισθωτών, ανέργων, συνταξιούχων και μικροεπιχειρηματιών, που αγωνίζονται απελπισμένα να επιβιώσουν, ντύνονται σαν λατέρνες, στολίζονται σαν γύφτισσες με όσα διαμάντια και πετράδια αντέχουν τ' αυτιά, τα χέρια, ο λαιμός και οι ώμοι τους, και περιφέρονται από πάρτυ σε πάρτυ κι από γκαλά σε γκαλά επιδεικνύοντας τι? τη ματαιοδοξία τους? Διάβαζα επίσης το τρομερό δίλημμα του ελληνικού jet set για το αν θα περάσει τις χειμωνιάτικες διακοπές του στο Γκστάαντ, στη Νέα Υόρκη, στις Μαλβίδες ή στην Ταϋλάνδη!
Και πάνω που είχα ήδη αρχίσει να εκνευρίζομαι, πήρε το μάτι μου ένα μονοσέλιδο άρθρο, φωτογραφίες κυρίως αλλά και πολύ "έντεχνο" κειμενάκι με τίτλο, " ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΗΜΕΡΑ", υπογεγγραμένο από τον κ. Χ. Ζαμπούνη. Ανάμεσα στις φωτογραφίες, έκτακτο φύλλο της εφημερίδας Η ΠΡΩΙΝΗ, με πηχιαίο τίτλο, " Η Α.Μ. ο βασιλεύς πρόμαχος της ελευθερίας και της δημοκρατίας".




Έμεινα κάγκελλο!!!! Το αρθράκι, αναφερόταν στο περίφημο "βασιλικό αντικίνημα" της 13ης Δεκεμβρίου 1967 με αφορμή την έκδοση βιβλίου της κ. Αλεξάνδρας Στεφανοπούλου, συγγραφέως, δημοσιογράφου και χρονογράφου στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ!!!
Το σκαννάρω λοιπόν και το αναρτώ εδώ αυτό το αρθράκι το διανθισμένο με λυπητερές φωτογραφίες του "βασιλικού ζεύγους".
Με λίγα λόγια, ο Κωνσταντίνος παρουσιάζεται ως θύμα των περιστάσεων, ως "αιφνιδιασμένος" από την βίαιη κατάληψη της εξουσίας από τη χούντα, ως αντιστασιακός ("πρώτη αντιστασιακή πράξη εναντίον της δικτατορίας"), ως αποδιωγμένος αδίκως με λίγα λόγια, αφού (δεν το λέει το κείμενο αλλά σαφώς το υπονοεί) εμείς οι έλληνες, τα πολιτικά ζώα, προτιμήσαμε να ζούμε χωρίς βασιλιά, και καλά να πάθουμε!
Αναρωτιέμαι λοιπόν, προς τι όλο αυτό το μνημόσυνο? Η Ελλάδα έπαψε να είναι "βασιλευομένη δημοκρατία" από το 1975, προς τι λοιπόν όλο αυτό το λιβάνισμα και οι φωτογραφίες, σχεδόν σε όλες τις σελίδες του περιοδικού, κάποιου μέλους της οικογένειας των Γλύξμπουργκ? Ακόμα και την "βασίλισσα Φρειδερίκη" είδα στη σελίδα 211του ίδιου τεύχους.



Δεν αρκεί που παραποιείται η ιστορία μας βάναυσα, αιώνες τώρα, ξαφνικά έχουμε βρεθεί με ένα ήρωα βασιλέα που εξορίσαμε αντί να κραυγάζουμε "ελιά ελιά και κώτσο βασιλιά?"

Πουθενά στο αρθράκι αυτό δεν αναφέρεται ότι ο κωνσταντίνος υπέγραψε τα χουντικά διατάγματα, όρκισε τους συνταγματαρχαίους, τα' κανε μούσκεμα με το "αντικίνημα" παρασύροντας τίμιους στρατιωτικούς (Περίδης, Βαρδουλάκης, Ζαλαχώρης, Μανέττας κλπ) σε παραίτηση, σύλληψη ή εξορία. Ούτε αναφέρεται ότι έδωσε υποσχέσεις χωρίς αντίκρυσμα, με αποτέλεσμα να εκτεθούν γενναίοι αξιωματικοί και να συλληφθούν αμέσως από τη χούντα πριν προλάβουν να δράσουν. Άραγε, αγνοεί ο συντάκτης του άρθρου ότι το πρωί της 21ης Απριλίου, ο υπασπιστής της βασιλικής φρουράς Παπαγεωργίου οδήγησε τους παπαδόπουλο, παττακό και μακαρέζο στο υπασπιστήριο, τους ζήτησε να του παραδώσουν τα όπλα τους (κάτι που έπραξαν), πήγε στο γραφείο του Κωνσταντίνου, στη βεράντα του οποίου είχε τοποθετήσει ένοπλους άνδρες του, τον ενημέρωσε και του πρότεινε: «Μεγαλειότατε, μπορώ να τους συλλάβω αν μου δώσετε την εντολή» και ο "ήρωάς" μας απέρριψε την πρόταση και συναντήθηκε με τους τρεις άοπλους πραξικοπηματίες?
Σέβομαι τις πεποιθήσεις και τα πιστεύω κάθε ανθρώπου...σέβομαι και την επιθυμία του να περάσει τα "πιστεύω" του στο κόσμο. Δεν σέβομαι όμως, δεν εκτιμώ και καταγγέλω κάθε διαστρέβλωση της ιστορίας μας που υποκρύπτει άλλες πολιτικές και τακτικές και που μόνο σε συμφορές μπορεί να οδηγήσει. Και εξοργίζομαι επίσης με την έντεχνη, πολιτισμένη και επίμονη προπαγάνδα. Και στην προκειμένη περίπτωση, η διαστρέβλωση είναι επιεικώς απαράδεκτη και η προπαγάνδα επιεικώς εξοργιστική.