Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Για ένα χαμόγελο...

Αυτή την ιστοριούλα μου την έστειλε ένας νέος συνάδελφός μου. Με ένα σχόλιο..."ίσως κάποια στιγμή να το διαβάσεις στην εγγονούλα σου και να χαμογελάτε". Το ανεβάζω εδώ με την ΕΛΠΙΔΑ ότι θα χαμογελάσετε μαζί μου...προς το παρόν...αφού η εγγονούλα μου είναι μόλις 20 μηνών!!! :-))) 

 Ο Άγιος Παύλος του Τάγματος των Σερβιτών όπως είναι σήμερα 

Χριστουγεννιάτικη ιστορία στον Χάνδακα του 1603.

Πλησιάζανε τα Χριστούγεννα, στον Άγιο Παύλο των Σερβιτών τα κοριτσόπουλα ετοιμαζότανε για τις γιορτές, πλύνανε τα υφάσματα για την αναπαράσταση της γέννησης του Κυρίου Ημών, απλώνανε  πάνω από τον μεγάλο κήπο πίσω από το κιόστρο.
Ανθίζανε οι γαρυφαλλιές στις  γλάστρες, γαρύφαλλα μικρά, σγουρά, καρναδιά, ρόζ, μυρωδάτα και τριαντάφυλλα, λευκά και κόκκινα στα παρτέρια και στις γλάστρες γύρω γύρω στο κιόστρο και πάνω στα ψηλόκορμα παράθυρα του ναού.
 Ο αββάς Giacommo έδινε πράος τις οδηγίες στα ορφανά. Τα μάτια του σαν να αγκαλιάζανε όλα τούτα τα κακότυχα που τα ριξε η μοίρα στην αγκαλιά του φιλεύσπλαχνου τάγματος των Σερβιτών .
Λόγια πολλά δεν έλεγε, σκεφτόταν πολύ και  μιλούσε λίγο, έχωνε  στις τσέπες του ράσου του ξερά σύκα, αμύγδαλα, ξανθές σταφίδες σουλτανίνα που του φέρνανε οι καλοί του συγγενείς από την Πεδιάδα, έμοιαζε να ναι άνθρωπος γεννημένος για την αγάπη, γεννημένος ν’ αγωνίζεται για την αγάπη.
            Κρυμμένο πίσω από την γλάστρα με τις ορτανσίες ήτανε ένα κοράσι, όχι πάνω από πέντε χρονώ μ’ ένα φορεματάκι γαλανό με γιακαδάκι και σκισμένη νταντέλα, παλιό, τριμμένο, ποδήματα δεν είχε, γυμνά, λερά ποδαράκια, κορμί αδύνατο και μάτια μεγάλα, μαύρα, γεμάτα θυμό και απορία.
Οι πλάκες παγώνανε τα ποδαράκια και το σώμα του παιδιού μέσα στο ψύχος του Δεκέμβρη πάγωνε. Έσιαξε λιγάκι τα μαλλάκια του που ‘χανε γίνει κουβάρι από την απλυσιά και τον αέρα και έμεινε να παρακολουθεί τα ορφανά να κουβαλάνε τα σκεύη, ν ασπρίζουνε, να κάνουνε παρέες, να λένε αστεία.
Τούτο το κακορίζικο το ‘χανε φέρει από την Παναγία την Ερημίτισσα στο Μαρτινέγκο, το ‘χανε αφημένο στα σκαλούνια της εκκλησίας μοναχό, μ ένα μπόγο κακόρουχα κι ένα καθαρό μαντήλι με δυο παξιμάδια κρίθινα και μια χούφτα ελιές. Πρωί πρωί ο παπάς είχε πάει ν ανοίξει να θυμιάσει και βρήκε το κοράσι μαργωμένο, τυλιγμένο σε μια κόκκινη πατανία, μοναχό να κλαίει, κατάλαβε…δεν ήτανε η πρώτη φορά…Χάιδεψε το κεφαλάκι του και το ρώτησε : «πώς  σε λένε καλό μου;». Μα εκείνη δεν αποκρίθηκε, τον κοίταξε αμίλητη με τα μεγάλα μάτια της, που ‘χανε κοκκινίσει από την ταλαιπωρία και το κλάμα.
            Την πήρε από το χεράκι και εκείνη ακολούθησε πειθήνια, η ζεστή και αδρή χερούκλα του παπά της έδινε μια ασφάλεια. Όσο θυμότανε την σέρνανε σαν το ζώο, όσο θυμότανε, κι αυτή ακολουθούσε, κι όποτε έπαιζε και έκανε λίγη φασαρία έτρωγε ξύλο, όχι γιατί ήτανε δύστροπη αλλά γιατί ήτανε ορφανή και βάρος.
            Περάσανε τα στενοσόκακα του Χάντακα με τις φτωχογειτονιές στο βούργο, μύριζε ξύλο καμμένο και κοπριά, που και που  καλημερίζανε οι νοικοκυράδες που σκουπίζανε το δρόμο τον παπά και λέγανε: «Ο Θεός να το βοηθήσει το καλότυχο παπά μου».
Φτάσανε στα ψηλά μπεντένια του μοναστηριού και ο παπάς χτύπησε το κρικέλι. Άνοιξε ο αββάς, λέει του  ο παπάς:«αββά μου έπαρε και τούτο το θηλυκό και ο Θιός να το βοηθήσει» και κείνος έσκυψε χάιδεψε το κεφαλάκι του παιδιού του χαμογέλασε το πήρε από το χεράκι και το ‘μπασε στην αυλή, προχωρήσανε μέσα από τις λεμονιές και ο θεόρατο κυπαρίσσι, ίσαμε την τραπεζαρία, το’βαλε να κάτσει κοντά στο τζάκι που τρίζανε τα κούτσουρα του κέδρου, του ‘φερε γάλα το ταΐσε, και μετά το ρώτησε «πως σε λένε;». Μα εκείνη με ασπρισμένο το πανωχείλι της, χωρίς να ξεκολλά από την κούπα, σταμάτησε να πίνει, γύρισε το βλέμμα της απάνω του αμίλητη και τρομαγμένη. Ο αββάς δεν επέμεινε, καλά καλά, μη θυμώνεις, σιγά σιγά…
            Έδωσε εντολή και ήρθε μια νέα γυναίκα ντυμένη στα λευκά, κρατούσε στα χέρια της ένα λευκό μάλλινο κουβερτάκι και σεντόνια, πήγαινε να περιποιηθεί το μωρό που αφήσανε πριν από μια βδομάδα στο κουτί με το κουδουνάκι δίπλα στην μεγάλη πόρτα. Εκείνη το πήρε και το ταΐσε πρώτη.
Χαμήλωσε, της χαμογέλασε και της είπε : «έλα». Και η μικρή πάντα σιωπηλή άφησε να την τραβήξει απαλά μέσα στον θάλαμο με τα πολλά στρώματα κατάχαμα  στη σειρά με δυο και τρία μαξιλάρια το καθένα, πεντακάθαρα, πατανίες κόκκινες, πράσινες, χρωματιστές ομορφοστρωμένες. «Εδώ θα γνωρίσεις φίλους να σ αγαπούνε να κάνεις παρέες, θα δεις τι ωραία που θα ‘ναι».
Έκανε κρύο, άρχισε να βρέχει,  η αδελφή προσπάθησε να της αλλάξει το φορεματάκι μα εκείνη γάντζωνε τα νύχια της απάνω της και αρνιότανε, τότε είπε η κοπέλα, δεν πειράζει σιγά σιγά…
Μέρες προετοιμασίας, δεν υπήρχε πολύ χρόνος, το ορφανοτροφείο ήθελε πολλά χέρια και κουμάντο και το μοναστήρι είχε απαιτήσεις. Αφήσανε τούτο το αγριμάκι να τριγυρίσει, να μάθει, τα  άλλα ορφανά είχανε οδηγίες να μην τηνε πειράζουνε, έτσι τρομαγμένη που φαινότανε. Τρύπωνε η μικρή ανάμεσα στις γλάστρες, χωνότανε, κρυβότανε πίσω από τα βήλα. Το μεσημέρι της αφήσανε το φαγητό μέσα σ ένα πιατέλο δίπλα στην γλάστρα που κρυβότανε, ζεστός ξυνόχοντρος με μπόλικο λάδι να στηλωθεί, βάλανε και μέσα παξιμάδια και φύγανε. Όταν άδειασε το κιόστρο για την υποχρεωτική μεσημεριανή σιέστα, σίμωσε δειλά, άρπαξε την κούπα κι άρχισε να τρώει γρήγορα και γιατί πεινούσε πολύ και γιατί ντρεπότανε.
Περνούσανε οι μέρες κι όσο πλησιάζανε τα Χριστούγεννα, ιππότες μπαινοβγαίνανε και κουβαλούσανε τα δώρα για το μοναστήρι, και βοσκοί με τα σφαχτά από τα φέουδα και αγρότες φέρνανε με τα κάρα  λαχανικά και φρούτα. Ο αββάς ό,τι περίσσευε το μοίραζε στις φτωχογειτονιές του Χάντακα, στους αιχμαλώτους, στους πρόσφυγες . Οι δέσποινες ερχότανε με τις παραδουλεύτρες και φέρνανε αυγά, όρνιθες, τυριά για τα ορφανά.
Πολλή κίνηση και λόγια πολλά. Τα ορφανά δουλεύανε, πότε πότε πλησιάζανε το κοράσι μα κείνο έμενε αμίλητο, κουβαριασμένο, πεισμωμένο. Επήγανε ένα δυο να το κοροϊδέψουνε μα τα βλέμματα των μοναχών δεν αφήνανε και πολλά περιθώρια για ένα τέτοιο λάθος.
Περάσανε οι μέρες, ερχότανε τα Χριστούγεννα, ο ναός γέμιζε κόσμο και τα παιδιά ασκούντανε στη χορωδία και στα όργανα, το όργανο της εκκλησίας ηχούσε σ’ όλες τις γειτονιές κι ακουγότανε μέχρι τον Σωτήρα στο Σπερνό. Ετοιμάζανε τις φάτνες και αρχίσανε να ζυμώνουνε, το κοράσι με τα καινούργια ρουχαλάκια σιωπηλό είχε μάθει να υπακούει, να δουλεύει και μια κοπελιά η Ανεζίνα, νιά καλόγρια την αγάπησε για την αθωότητα της, την σιωπή της, την παντερμιά της, τα απογέματα σε μια γωνιά του κιόστρο τηνέ  κουβέδιαζε κι ας μη μιλούσε, της έδειχνε πως φυτεύουνε τις γαρυφαλιές, πως κλαδεύουνε τις τριανταφυλλιές, πως ράβουνε τα μπαλώματα, πως σιδερώνουνε τα μεταξωτά, της διάβαζε παιδικές ιστορίες. Την αγάπησε όπως μια μεγάλη αδερφή αγαπά την μικρότατη αδερφή της.
Ξημέρωσε η παραμονή των Χριστουγέννων και βράδιασε μέσα στον κόσμο, στις ψαλμωδίες και στη μοναστική κατάνυξη, την αυστηρότητα και την λιτότητα του τάγματος που δίδασκε την αυταπάρνηση. Σε τούτη την ατμόσφαιρα οι παιδικές καρδιές γαληνεύανε από τα σοφά λόγια του αββά, τα ήρεμα παιγνίδια  και την κηπουρική στους αγρούς του τάγματος δίπλα στο μοναστήρι.
Βράδιασε, ο ουρανός ήτανε ξάστερος υπόσχεση πως αύριο Χριστούγεννα, θα ‘τανε μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα, η Αννεζίνα την είχε πλύνει με ζεστό νερό στην σκάφη, την είχε ντύσει με ένα μακρύ μάλλινο σκούρο ρούχο, της είχε λούσει τα μαλλιά της, ήτανε ένα γλυκό και όμορφο παιδί, τόσες μέρες ακουγότανε μόνο η ανάσα της. Τότε την ρώτησε ξανά «μα δε μου πες καλή μου πως σε λένε». Την κοίταξε θαρρετά στα μάτια χωρίς φόβο και απάντησε: «Ελπίδα, με λένε…Ελπίδα». 

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Το Ηράκλειό μου που τόσο λατρεύω...







Νίκου Καζαντζάκη:  " Ο Καπετάν Μιχάλης"
...; Κοίταξε ζερβά του κατά το λιμάνι - τα καΐκια, τις βάρκες, τη θάλασσα. Ως πέρα ο μόλος βούιζε. έμποροι, μαρινάροι, βαρκάρηδες, χαμάληδες πηγαινόρχουνταν ανάμεσα σε λαδοβάρελα και κρασοβάρελα και σωρούς χαρουπιά και φώναζαν, βλαστημούσαν, φόρτωναν, ξεφόρτωναν αραμπάδες. βιάζουνταν, πριν τσακίσει ο ήλιος και σφαλίξει η καστρόπορτα, να νετάρουν. Κουφόβραζε η θάλασσα, μύριζε το λιμάνι σαπημένα κίτρα, χαρούπι και κρασόλαδο. δυο τρεις μεσοκαιρίτισσες Μαλτέζες, βαμμένες με το μυστρί, ορθές στο μουράγιο, βραχνοκακάριζαν κι έκαναν νοήματα σε μιαν κοιλάρα μαλτέζικη ανεμότρατα που κατάφτανε φορτωμένη ψάρι. ...;

...; Ο καπετάν Μιχάλης είχε καρφωμένα τα μάτια του στο μεγάλο Κούλε, φαρδύ γεροδεμένο πύργο, δεξά ως μπαίνουμε στο λιμάνι, με το μαρμαρένιο στο στήθος του φτερωτό λιοντάρι της Βενετίας. Όλο το Μεγάλο Κάστρο ήταν περιτριγυρισμένο με άγρια πυργοδεμένα μπεντένια, που τα 'χαν χτίσει στον παλιό βενετσιάνικο καιρό οι χριστιανοί ραγιάδες και τα 'χαν ποτίσει Βενετσιάνοι, Τούρκοι, Ρωμιοί, με το αίμα τους. Εδώ κι εκεί αποκρατούσαν ακόμα, σφηνωμένοι απάνω τους, ποτέ οι πέτρινοι λιόντες της Βενετιάς, που έσφιγγαν στ' αγκρίφια τους το Βαγγέλιο, ποτέ οι τούρκικοι μπαλτάδες που καρφώθηκαν στις ντάπιες, την αιματηρή χινοπωριάτικη μέρα που οι Τούρκοι, ύστερα από χρόνια και χρόνια ανέλπιδο μπλόκο, πάτησαν το Μεγάλο Κάστρο. Τώρα, ολούθε, γκρεμόχορτα φυτρώνουν ανάμεσα στις ξεχαρβαλωμένες πέτρες, αγριοσυκιές και τσουκνίδες και κάππαρη.
Ο καπετάν Μιχάλης, κατέβασε τα μάτια, έπιασε τα ριζοθέμελα του Κούλε. οι φλέβες στα μελίγγια του φούσκωσαν, αναστέναξε. Στα θεμέλια ετούτα, εκεί που χτυπάει το κύμα, ήταν το καταραμένο μπουντρούμι, όπου γενεές και γενεές χριστιανοί πολέμαρχοι, αλυσοδεμένοι χεροπόδαρα είχαν λιώσει. Δεν μπορεί μαθές το κορμί, όσο και να 'ναι δυνατό να σηκώσει τη ψυχή του Κρητικού, δεν  μπορεί ...; Έχω παράπονο του Θεού  που δεν μας έκανε ατσαλένια τα κορμιά των Κρητικών, να μπορούμε να βαστάξουμε εκατό, διακόσια, τρακόσια χρόνια, όσο να λευτερώσουμε την Κρήτη. κι ύστερα, ας γενούμε μπούλβερη και κουρνιαχτός. ...;


Νίκου Καζαντζάκη:  "Αναφορά στον Γκρέκο"


...; Και να, μια μέρα τα ήσυχα νερά κουνήθηκαν. ένα πρωί, ένα βαπόρι σημαιοστόλιστο φάνηκε να μπαίνει στο λιμάνι. όσοι Καστρινοί βρέθηκαν στο λιμάνι απόμειναν με το στόμα ανοιχτό. Τι 'ταν αυτή η πολύχρωμη, πολύφτερη σημαιοστόλιστη βάρκα που γλιστρούσε ανάμεσα από τους δυο βενετσιάνικους πύργους, στην μπασιά του λιμανιού, και κατάφτανε; Μήστητί μου, Κύριε! Ο ένας έλεγε πως είναι πουλιά, ένας άλλος πως είναι ανθρώποι ντυμένοι μασκαράδες, κι άλλος πως είναι πλεούμενο περβόλι, από εκείνα που είδε σε μακρινές ζεστές θάλασσες ο Σεβάχ ο Θαλασσινός. Όποτε μια αγριοφωνάρα ακούστηκε από τον καφενέ του λιμανιού: «Μωρέ, καλώς τα μπελερίνια!» Ολομεμιάς όλοι ανάσαναν, κατάλαβαν. είχε κιόλας ζυγώσει πια η βάρκα, έβλεπες τώρα καθαρά πως ήταν φορτωμένη γυναίκες ντυμένες παρδαλά, με καπέλα, με φτερά, πολύχρωμα μπελερίνια, κι ήταν τα μαγούλα βαμμένα παπαρούνες. Οι  γέροι Κρητικοί, να τις δουν, έκαναν το σταυρό τους. Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά! κι έφτυναν στον κόρφο τους. Τι γύρευαν εδώ; εδώ 'ναι το ξακουσμένο Κάστρο, τέτοια ρεζιλίκια δε σηκώνει! ...;

...; Στα παλιά εκείνα ηρωικά χρόνια, το Μεγάλο Κάστρο δεν ήταν ένα μπουλούκι σπίτια, μαγαζιά και στενοσόκακα, στριμωγμένα σ' ένα ακρογιάλι της Κρήτης, μπροστά από ένα ακατάπαυστα αγριεμένο πέλαγο. κι οι ψυχές που το κατοικούσαν δεν ήταν ακέφαλο ή πολυκέφαλο ρέμπελο τσούρμο από άνδρες και γυναικόπαιδα που σπατάλευαν όλον τους τον αγώνα στις καθημερινές έγνοιες του ψωμιού, του παιδιού, της γυναίκας. Άγραφτη αυστηρή τάξη τους κυβερνούσε. κανένας δε σήκωνε αντάρτικο κεφάλι στο σκληρό από πάνω του νόμο. Κάποιος απάνω από το κεφάλι του έδινε προσταγές. Αλάκερη η πολιτεία ήταν ένα φρούριο, η κάθε ψυχή ήταν και αυτή ένα φρούριο αιώνια πολιορκούμενο κι είχε καπετάνιο έναν άγιο, τον Άγιο Μήνα, το προστάτη του Μεγάλου Κάστρου. ...;

  Γαλάτειας Καζαντζάκη: "Άνθρωποι και υπεράνθρωποι"
...; Τον τόπο τον έζωναν ολοτρόγυρα αψηλά κάστρα, με μεγάλες σιδεροδεμένες Πόρτες στις τέσσερις μεριές της πολιτείας. Οι τρεις έβγαζαν στην έξοχη. Η τέταρτη η Πόρτα του λιμανιού απ' όπου έφευγες με τα καραβιά. Τις άνοιγαν με την ανατολή του ήλιου και τις κλειούσαν με τη δύση του. Οι αργοπορημένοι ξωμάχοι, όσοι δεν προφτάνανε την πόρτα ανοιχτή το βράδυ, ξενυχτούσαν σε χάνια. Για να μπεις ή να βγεις στην πολιτεία, περνούσες από βουερές θολωτές στοές. Μόλις έμπαινες, αν έξω έκανε ζεστή και έκαιγε ο ήλιος, σε έπιαναν σύγκρυα, κι αν ήτανε χειμώνας, ένιωθες ζεστασιά. ...;

...; Οι αχτές, στα θεμέλια του κάστρου, ήτανε αγριότατες. Πελώρια βραχιά, όλο σπηλιές, με λιγοστές αμμουδιές που και που. Όταν ξεσπούσε η τρικυμία τα κύματα στο ξέφρενο πηγαινέλα τους καβαλούσαν το κάστρο. Κύματα βουνά, που το δέρναν με λύσσα, λες και βάλθηκαν να το γκρεμίσουν. Ευτύς με το φθινόπωρο, οι εξοχές γιόμιζαν κάθε λογής λουλούδια. Κίτρινους κρόκους, άγριες τουλίπες, τριανταφυλλιά σαλέπια, μέλισσες, παγωνιές, νεραγκούλες και πολύχρωμες ανεμώνες. Αυτές πια πλημμυρούσαν τους οχτούς των μονοπατιών ένα γόνατο ψηλές. Δάση από ελιές ως εκεί που φτάνει το μάτι, και πέρα η θάλασσα. Η πάντα ανήσυχη θάλασσα του νησιού, και μπορεί η πιο ωραία στον κόσμο. ...;




Γαλάτειας Καζαντζάκη: "Εντυπώσεις και αναμνήσεις"
...; Είμαστε μια παρέα νέα παιδιά τότε. Γύρω μας, τα βενετσιάνικα κάστρα έζωναν την υγρή τουρκόπολη που ζούσαμε. Τα σοκάκια της στενά, τα σπίτια κλεισμένα κι' αυτά μ' αψηλούς αυλότοιχους.  Εμείς όμως ανεβαίναμε ψηλά στα μπεντένια και βλέπαμε την πιο ωραία θάλασσα ν' απλώνεται ατελείωτη, ή περνούσαμε τις σιδερένιες καστρόπορτες και βγαίναμε στην έξοχη με το λιπαρό καρπερό χώμα και τις χιλιάδες τα λοίσιμα λουλούδια, τα πουλιά και τα δέντρα. ...;



Στρατή Μυριβήλη: "Το Μεγάλο Κάστρο" - Συλλογή ταξιδιωτικών κειμένων με τίτλο "Απ' τη Ελλάδα" εκδ. Εστία
...; Καινούργιες ορδές από Σαρακηνούς έρχονταν από τα αραβικά κράτη της Ισπανίας, της Σύριας και της Αφρικής, δυνάμωναν τους πρώτους επιδρομείς και έκαμαν το Χάνδακα και όλη την Κρήτη φοβερή κουρσάρικη φωλιά. Από δω ξεκινούσαν αρμάδες που λήστευαν και ρήμαζαν τα ελληνικά νησιά και τις ακρογιαλιές μας. Οι αρμάδες αυτές αποτελούνταν από αμέτρητα μικρά γοργοτάξιδα καΐκια που διέτρεχαν το Αιγαίο με κατάμαυρα πανιά. Σαν κοπάδι μαύρα θαλασσινά όρνια χιμούσαν καταπάνω στις ελληνικές παραθαλάσσιες πολιτείες και πίσω τους άφηναν το χαλασμό, τη φρίκη, και την απόγνωση...;

 Οδυσσέα Ελύτη: Η ΓΕΝΕΣΙΣ  - από τη συλλογή "Το Άξιον Εστί"
...; Και το νέφος εχώρισαν στα δυο Και αυτό πάλι στα τέσσερα
και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν στο βορρά
Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά και αγέρωχος ο μέγας Κούλες
Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη



 ΑΥΤΟΣ ο πρώτος ύμνος. ...;
Βαγγέλη Γρατσέα: "Ο Βαρκάρης του Κάστρου" - Εκδόσεις ΚΝΩΣΟΣ Ηράκλειο 1982
...; Τ' ανεμοδάρματα του παγωμένου βοριά νεκρώσανε όλη την κίνηση στο λιμάνι. Το ποστάλι που καρτερούσαμε να φουντάρει άγκυρα στις δέκα το πρωί, άραξε στη Μήλο. Της θάλασσας το στοιχειό ήταν σήμερα πεινασμένο. Λύσσαξε το κύμα. Δεν έβρισκε να φάει καράβι στ' ανοιχτά και χίμηξε στη στεριά. Ορμούσε αφρίζοντας. Καβαλούσε τον μεγάλο Κούλε πασκίζοντας να τον γκρεμίσει. Νεροποντή με χοντρές νεροσταλίδες ερήμωσαν το δρόμο της αχτής. ...;

...;Για απόκριση χαμογέλασα. Έκοψα τη βάρκα ανατολικά και δένω στην άκρα του μικρού Κούλε μπροστά στη μικρή καστρόπορτα που οδηγάει στις πολεμίστρες και στη στεργιά. Έριξα μπασμό. Σε κάμποσο μαζεύτηκαν κεφαλόπουλα και αρχινώ το ψάρεμα. Τι χοροπηδήματα ήταν ετούτα! Κάθε ψάρι που τραβούσα μιλούσε μαζί του ρωτώντας αν πονάει. Η γαλήνη της μέρας ετούτης ήταν συναυλία χαράς με κορυφαία τη Βιολέτα. Πιάσαμε πολλά ψάρια. Γέμισε το καλάθι. ...;

 Ζαν Κοκτω: "Ελληνικό ημερολόγιο" - μετάφραση Θ. Νιάρχος - εκδ. Καστανιώτη 1986
  
  ...; Η ασχήμια του Ηρακλείου Κρήτης έχει τούρκικη προέλευση. Αγκυροβολήσαμε σε ένα ερειπωμένο λιμάνι, ανάμεσα σε μηχανήματα που το ανακατασκευάζουν. ...;

...; Πράσινη θάλασσα κι ένα άγριο νησί αντίκρυ στην Κρήτη, νησί που το σχήμα του και το χρώμα του είναι ίδια με κείνα των νεαρών πριγκίπων και των ωραίων κυρίων που συναντά κανείς στους τοίχους της Κνωσού. ...;




Γιώργη Γιατρομανωλάκη: "Επίσκεψη της  (υπαρκτής) Πόλεως των Ηρακλειωτών" - Από το μυθιστόρημα "Ανωφελές διήγημα" - 1993
...; Η πόλη κείται στο κέντρο περίπου των βόρειων παραλίων της νήσου μου, βρίσκεται δηλαδή (για έναν που στέκεται όρθιος απέναντί της) σχεδόν σε ίση απόσταση από το έσχατο δυτικό και το έσχατο ανατολικό άκρο της Κρήτης. Προς βορράν βρέχεται από τα νερά του εράσμιου κόλπου που φέρει το όνομα της και οι θαλάσσιοι άνεμοι ακόμη και σήμερα τη βρέχουν και τη σαρώνουν (αλλά δεν την ανασταίνουν). Όμως η πόλη δεν έχει χτισθεί στον εσώτατο μυχό του ομώνυμου κόλπου, όπως κάποιος βιαστικός θα περίμενε. Αντίθετα, έχει μεταφερθεί λίγο ανατολικά, εμπρός σε πέλαγος ανοιχτό (βαθύ, μαύρο, μπλε) για δυο λόγους, όπως συμπεραίνω: επειδή από το σημείο αυτό η πρόσβαση στην ενδοχώρα είναι ευκολότερη, ενώ συγχρόνως η πόλη μπορούσε, όπως φρόνιμα έκριναν οι πρώτοι της κάτοικοι (σοφοί προγονοί μου!), αποτελεσματικότερα εδώ να προστατευθεί από τους αλλόφυλους και βαρβαρικούς επιδρομείς. ...;

 

Άρη Σφακιανάκη: "Το Μεγάλο Κάστρο" - Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 15/8/2000
...; Στο λιμάνι του Ηρακλείου καταπλεύσαμε ξημερώνοντας. Ένας βραχνός καμαρότος μας ενημέρωσε ευσύνοπτα περί της αφίξεως. Πηδήξαμε νυσταγμένοι από τις κουκέτες μας.
Από το κατάστρωμα του πλοίου η Χριστίνα αγνάντευε μορφάζοντας με δυσαρέσκεια την πόλη. Εγώ πάλι έβρισκα το θέαμα εξαιρετικό.
«Κοιτά τον Κούλε», έδειξα, «το κάστρο το ενετικό που κράτησε μια πολιορκία επί είκοσι ένα χρόνια πριν πέσει το Ηράκλειο στους Τούρκους. Κάποτε, σαν ήμασταν μικροί, κάναμε μπάνια στο μυχό του. Αργότερα, τη δεκαετία του '70, το κάστρο άνοιξε τις πύλες του στο κοινό κι εκεί γνωρίσαμε, στις σκοτεινές του κάμαρες και στα γεμάτα πέτρινα βόλια λαγούμια του, τους έρωτες τους εφηβικούς». Η Χριστίνα με κοίταξε με απαρέσκεια. Το έβρισκε μάλλον κακόγουστο ένας σαραντάρης να αναφέρεται πρωί πρωί στην εφηβεία.
«Κι εκείνα εκεί», έδειξα πιο πέρα, «αυτά που μοιάζουνε με κονδυλώματα στην  τείχιση είναι τα Νεώρια», απήγγειλα, «εκεί όπου επισκευάζανε παλιά τα πλοία. Ο δήμος προτίθεται να τα αναδείξει», πρόσθεσα σεμνά.
«Ναι μόνο που αργεί λιγουλάκι», παρατήρησε η διαρκώς εναντιούμενη φίλη μου. «Την ίδια εικόνα παρουσίαζαν και πριν τόσα χρόνια που είχα ξαναπεράσει» ...;.


Γιώργου Ξενάριου: "Σμιλεύοντας το φως" - εκδ. Καστανιώτη 2001

...; Και είδε. Είδε από το πετρόχτιστο παράθυρο έξω τη πόλη, μακριά, την Οβριακή, το λιμάνι με τα μεγάλα εμπορικά και τις βάρκες, και λίγο πιο μέσα τους αρσανάδες με τους μεγάλους θόλους, δυτικά τον Άγιο Φραγκίσκο και το Παλάτσο Ντουκάλε, και στο τέλος, εκεί που το μάτι δεν έβλεπε πια άλλο, τα τείχη, την πύλη του Ιησού και τη μικρή πόρτα που έβγαζε στον Δερματά. Είδε του ανθρώπους να κινούνται, άλλοι πολυάσχολοι να τρέχουν στις δουλειές τους, άλλοι βαριεστημένα να περπατούν για να γεμίσουν έναν χρόνο που μόνο η απραξία γέμιζε ως εκείνη τη στιγμή, τους εργάτες στο λιμάνι. Παραμορφωμένα όλα αυτά καθώς ανάμεσα στα μάτια και το αντικείμενο της όρασης του παρεμβάλλονταν οι ατμοί που σ' εκείνο το σημείο, στην οροφή της αίθουσας ήταν πιο πολλοί και πυκνοί, παραμορφώνοντας εντελώς την όραση. ...;     

Ρέας Γαλανάκη: Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων - εκδ. Καστανιώτη 2002
...; «Το μέγαρο των Καλοκαιρινών χτίστηκε πάνω στα τειχιά για να βιγλίζει πρώτο και καλύτερο τα πλοία που πηγαινοέρχονται, τα εμπορικά και τα πολεμικά, είμαι σίγουρος για τούτο», σκέφτηκε ο δάσκαλος. Άκουγε τον Μίνωα Καλοκαιρινό παρακολουθώντας με την άκρη του ματιού τη σγουρή μολυβιά από το φουγάρο ενός ατμόπλοιου πάνω στον μπλάβο ουρανό, που το χρώμα του έσβηνε καθώς έσβηνε και τούτη η μέρα. Αυτό ήταν το πρώτο μεγάλο κτήριο που ξεμύτισε από τον πυκνό βενετσιάνικο ιστό της γεμάτης εσωστρέφεια πόλης, το πρώτο λευκό μαρμαρένιο κτίσμα που δήλωσε με τέτοια παρρησία την ελληνικότητά του μέσα στο οθωμανικό Ηράκλειο - μια πόλη που μπέρδευε ακόμη τα ονόματά της: Χάνδαξ, Κάντια, Κάστρο, Μεγάλο Κάστρο, και το πρόσφατο, πλην αρχαιοελληνικό, Ηράκλειο, ενώ στην ύπαιθρο ακουγότανε και Χώρα. Ένα παλίμψηστο πολέμων, κατακτήσεων, πολιτισμών και ονομάτων, πασιφανών αληθειών μα και καλά γραμμένων μυστικών, όπως συμβαίνει με αρκετές παραθαλάσσιες πόλεις της Μεσογείου, που δεν μπορούν να αναγνωρίσουνε αμέσως όλα τα προυκιά της μνήμης τους, όλους του γάμους τους με τους εκάστοτε ηγεμόνες, όλους τους εραστές που έτυχε να τις πολιορκήσουν. «Και σωστά έπραξαν ως άρχοντες, αυτό απαιτεί ο ρόλος του πιο πλούσιου εμπορικού οίκου της νήσου και τα προξενικά προνόμια της οικογένειας», παραδέχτηκε ο δάσκαλος με το μάτι στο ατμόπλοιο που άλλαξε ρότα για να παρακάμψει το ξερονήσι Ντία, ενώ άκουγε τους περί της νήσου Κρήτης στίχους της Οδύσσειας, που του διάβαζε χιλιοστή φορά ο Μίνως Καλοκαιρινός. ...;  

(Την επιλογή των αποσπασμάτων έκανε η Μακράκη Ελένη του Γ5 (2003-04), με βασική πηγή πληροφόρησης το βιβλίο: Μια πόλη στη λογοτεχνία ΗΡΑΚΛΕΙΟ - εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2002)

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

ΕΥΧΕΣ!!!

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΚΕΦΙ ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ!!!
Α Α Α Α Α Α Α!!! ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΦΩΤΙΣΗ...ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ!!!