Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Πρωτομαγιά...



Πρωτομαγιά 2010...
Ίσως πάμε εκδρομή, ίσως φτιάξουμε και μαγιάτικο στεφάνι...ίσως (σίγουρα μάλλον) όλο και σε κάποιο ταβερνάκι θα καταλήξουμε να πίνουμε μπύρες και να απολαμβάνουμε λιακάδα, μεζέδες και κουβεντούλα.
Ας μην ξεχνάμε όμως πως κάποιες άλλες πρωτομαγιές σημάδεψαν για πάντα τον τόπο μας...

Θεσσαλονίκη 1936



Γιάννης Ρίτσος, Επιτάφιος. Ο ποιητής γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909. Έμελλε να γράψει αθάνατα έργα...πώς όμως να μη δακρύσεις ακούγοντας το θρήνο της μάνας μέσα από τους στίχους του και με την ανεπανάληπτη μουσική του Θεοδωράκη;




Αλέκος Παναγούλης, Πρωτομαγιά 1976 πλήρωσε την ανδρεία του...Το θυμάμαι σαν τώρα...Πεδίον του Άρεως, τραγούδια επαναστατικά, αντάρτικα, σημαίες, ήλιος λαμπερός, συνθήματα, πνοή, νιάτα και αγώνας...όταν τα πάντα πάγωσαν, η στιγμή πάγωσε...ανακοίνωσαν απ' τα μεγάφωνα το χαμό του Παναγούλη...



Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Χορός της φύσης...



Παγκόσμια Ημέρα χορού...
Ας μιλήσουν οι εικόνες, η μουσική, η κίνηση, τα χρώματα...εμείς απλά ακολουθούμε τους ρυθμούς της φύσης, λικνιζόμαστε μαζί της, παθιαζόμαστε μαζί της, αγκαλιαζόμαστε, καταστρεφόμαστε, πεθαίνουμε...μικρά, ελάχιστα κομμάτια της...






























Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Τάκης Σινόπουλος (1917-1981)


"Τάκης Σινόπουλος
Νέο βλέμμα: 25 χρόνια μετά τον θάνατό του
Του Γιώργου Λίλλη

Η γενική εικόνα που αφήνει στα ποιήματα του ο Τάκης Σινόπουλος (1917-1981) είναι εκείνη ενός ανθρώπου που βίωσε οριακά τον έρωτα και τον θάνατο. Ποιητής έντονα δραματικός, αναζήτησε τις ρίζες του ανθρώπινου και με την επιμονή λεπτολόγου την ενέταξε στην ποιητική σκευή του. Βαθύτατα λυρικός, με περιγραφές και εικονοπλασία που εντάσσονται στον ευρύτερο χώρο του παράδοξου, η ποίηση του Σινόπουλου κυοφορεί την κορύφωση του αδιέξοδου, ενώ ο αφηγηματικός του λόγος ανυψώνεται πνευματικά σε μια δραστική γλώσσα, άμεση, καθόλου βερμπαλιστική, έντονα προσωποκεντρική. Το ταλέντο του Σινόπουλου να σκηνοθετεί τα ποιήματά του, καταγράφοντας συνήθως τραγικές ιστορίες οι οποίες κορυφώνονται σ' ένα ανοιχτό δραματικό τοπίο, δημιουργούν στα ποιήματά του ένα κόσμο που διανύει τη δική του αποκλειστική ιστορία έξω από τον χρόνο και τον χώρο. Η διαχρονικότητα των ποιημάτων αυτών έγκειται στο στοιχείο της ανατομίας του ανθρώπινου ψυχισμού κι όχι στα γεγονότα αυτά καθαυτά που το επηρέασαν.
Ο Σινόπουλος έζησε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μάλιστα υπηρέτησε ως στρατιωτικός γιατρός από το 1941. Λίγο αργότερα καταδιώχθηκε και φυλακίστηκε ως αντιστασιακός. Ακολούθησε ο Εμφύλιος. Θα ήταν αδιανόητο να περάσουν απαρατήρητα όλα αυτά τα γεγονότα από έναν ποιητή που ήταν προσκολλημένος στην καταγραφή του προσωπικού του δράματος, ενός ανθρώπου που «έχτισε» τα ποιήματά του με τα ίδια «υλικά» που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά του. Ο Σινόπουλος είναι ένας γήινος, αισθαντικός κι αυθεντικός. Επέλεξε να μιλήσει με τις εσωτερικές φωνές του, να φανερώσει ή μάλλον να εξοστρακίσει τους φόβους που τον βασάνιζαν, να τους εξανθρωπίσει, να τους ματαιώσει. Ομως, όσον αφορά τα γεγονότα που έζησε, τα οποία πολλές φορές παίζουν τον ρόλο σκηνικού στα ποιήματά του, δεν παραμένουν απλώς στιγμιότυπα ή αναπαραστάσεις της συλλογικής μνήμης, ειδικά σε σχέση με τον πόλεμο και τη βίωση της βίας και του θανάτου, αλλά μετουσιώνονται σε ποιητικές καταστάσεις. Οι λέξεις αντιστέκονται, μάχονται, εγκιβωτίζουν τη δύναμη του δημιουργού τους. Κι από αυτή τη σκοπιά αναλύει τον εαυτό του, μεταχειρίζεται την ποίηση ως κάτοπτρο.
Από την άλλη, τα ερωτικά του ποιήματα εντάσσονται επίσης σ΄ ένα περιβάλλον θλίψης, άρνησης και αυτοκαταστροφής˙ σ' έναν ερειπωμένο τόπο όπου το ερωτικό στοιχείο «διακοσμεί» το αναίτιο της ανθρώπινης ήττας απέναντι στην αληθινή αγάπη. Η φωνή του ποιητή, άλλοτε μελωδική, άλλοτε σκληρή ή τραχιά, κατακτά, στα οριακά της σημεία, μια λυρική κορύφωση που λιγοστές φορές έχει επιτευχθεί με τέτοιον έντονο τρόπο στα νεοελληνικά γράμματα. Η επινοητικότητα να εντάξει στη γραφή του έναν δραματικό τόνο που οδηγεί μέσω της εικονογραφίας του στην πιστή αναπαράσταση εξωτερικών καταστάσεων, συνάμα μ΄ έναν ονειρώδη ψυχισμό που καταγράφεται μ΄ έναν ιδιαίτερα λεπτό λυρισμό, αντιτιθέμενο στον ρεαλισμό, ο Σινόπουλος πλάθει έναν ετερόκλιτο ποιητικό κόσμο που αγγίζει το πραγματικό και το φανταστικό ενώνοντάς το με επιτυχία.
Η παρούσα ανθολογία δεν εξαντλεί την ποιητική παραγωγή του αλλ' αποτελεί κατευθυντήρια γραμμή, πάντοτε στο πλαίσιο του προσωπικού γούστου του υπογράφοντος ανθολόγου, για να εντοπιστεί η κοσμοθεωρία του ποιητή, οι εμμονές του, ο πυρήνας της δραματουργίας του, όπως και ο τρόπος με τον οποιο επεκτάθηκε στη συνολική συγγραφική παρουσία του."
ΠΗΓΗ: http://www.poema.gr/



"ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ή ο Εμφύλιος ως καθολική ήττα
του Χρίστου Ρουμελιωτάκη

Στο μυαλό μου γυρίζει η πρώτη επίσκεψή μου στο σπίτι του - έμενε τότε στην Αγίας Αναστασίας 7, αριστερά καθώς ανεβαίνουμε προς την εκκλησία, στον Περισσό. Είχε μόλις κυκλοφορήσει "Η Γνωριμία με τον Μαξ" και μου τη χάρισε. Εντύπωση μου έκανε το αιματώδες μούτρο του - τη λέξη «μούτρο» δεν την σκέφτηκα τότε, την συνάντησα αργότερα πολλές φορές στα ποιήματά του μαζί με άλλες λέξεις και εκφράσεις "αντιποιητικές". Αργότερα επίσης κατάλαβα το γιατί αυτές οι λέξεις οι "αντιποιητικές".
1. Η νεότερη ιστορία μας είναι ποτισμένη από το αίμα, το αίμα για τη Λευτεριά αλλά και με το χυμένο αίμα το σπαταλημένο. Ειδικότερα από το ´40 και μετά, τη φοβερή εποχή της Κατοχής, της Αντίστασης, του Εμφυλίου. Ο Σινόπουλος είναι μπλεγμένος στα βρόχια της Ιστορίας, είναι ο ποιητής του αίματος, του αδελφικού αίματος, του Εμφυλίου.
Μπορείς να διαβάσεις χιλιάδες σελίδες, όσες δηλαδή έχουν γραφτεί και όσες θα γραφτούν, να μελετήσεις τα αίτια και τις αφορμές, τα γεγονότα και τους αριθμούς αλλά ποτέ δε θα μπορέσεις να καταλάβεις τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων, αν δεν σου έχει δοθεί η χάρη να γνωρίσεις τη νεότερη ποίησή μας. Εκεί, μόνον εκεί, βρίσκεται ατόφια η φοβερή Εποχή.
Ο Αναγνωστάκης, ο Λειβαδίτης, ο Άρης Αλεξάνδρου δίνουν πτυχές της φοβερής αυτής εποχής. Το ίδιο και άλλοι, όπως ο Δούκαρης, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Τίτος Πατρίκιος. Από τη σκοπιά τους και από τη θέση του ο καθένας. Από τη σκοπιά της επικείμενης ήττας, της συντελεσμένης ήττας, της εσωτερικής ήττας. Ο Σινόπουλος, μόνος αυτός, βιώνει τον Εμφύλιο, στον οποίο έλαβε μέρος ως στρατιωτικός γιατρός, ως καθολική ήττα και ως τραγωδία αμφίπλευρη. Μερικές φορές μάλιστα, τολμώ να πω, με μια Αισχύλια τόλμη, έστω και με κάποια υποχώρηση στον ρερητορευμένο λόγο.
2. Οι ποιητές δημιουργούν τον κόσμο. Ένα κόσμο δωματίου οι ελάσσονες, ένα κόσμο ευρύχωρο οι μείζονες, το ίδιο το Σύμπαν με τον ουρανό και τα’ αστέρια, τη γη και τα υπό την γη οι ποιητές - νομοθέτες. Ο Τάκης Σινόπουλος, μείζων εκ του αποτελέσματος ποιητής, έχει δεδομένο τον κόσμο του, δεν τον δημιουργεί, τον αναπλάθειŸ και δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτόν. Είναι η Έρημη Χώρα του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής εποχής. Ένα τοπίο θανάτου είναι η πατρίδα που κατοικεί.
Τον κόσμο αυτόν δεν προσπαθεί ούτε να τον εξηγήσει ούτε να τον αλλάξει. Αφήνει την εξήγηση στον αναγνώστη και δεν φαίνεται να πιστεύει στην ανατροπή, παρά το ότι μερικές φορές ελπίζει, όπως ο Τσέχωφ, σ’ ένα μακρινό καλύτερο κόσμο. Απλώς τον βιώνει σε κάθε βήμα του. Ακόμη και στο δωμάτιο του έρωτα.
3. Ένα τοπίο θανάτου, μια έρημη, μια καθημαγμένη χώρα. Ναι, αλλά με ποιο τρόπο (γιατί αυτό έχει σημασία για την ποίηση) και με ποια μέσα; Περνώντας από τον Έλιοτ και τον Σεφέρη, τα cantos του Πάουντ, τους τρόπους του Pierre Zean Zouve, τους Γάλλους ποιητές που μετέφρασε και απορροφώντας με άνεση, τις ποικίλες αυτές επιδράσεις.
Και το πετυχαίνει, όχι μόνο χάρις στο ισχυρό ταλέντο του αλλά και χάρις στη μελέτη και τη γνώση της ποίησης και της ιστορίας της τέχνης. Χάρις στον αγώνα και την αγωνία του να κατακτήσει μια γλώσσα δική του, που θα στοιχείται με τον κόσμο του. Εξ ου και οι "αντιποιητικές" λέξεις και οι εκφράσεις. Ήξερε ο Σινόπουλος πως το παιγνίδι, αν δεν είσαι ο Ρεμπώ, το κερδίζουν οι σοφοί ποιητές: ο Σολωμός, ο Καβάφης, ο Σεφέρης. Δεν ήταν ο Ρεμπώ, ήταν όμως ένας σοφός ποιητής. Από τον Έλιοτ απέσπασε την τέχνη της οργάνωσης του ποιήματος, από τον υπερρεαλισμό την περιπέτεια των συνειρμών, από την τέχνη του κινηματογράφου την τεχνική του φλας-μπακ. Έτσι, με αγώνα και αγωνία και ανασκάπτοντας συνεχώς τον εαυτό του, έφτασε εκεί που έφτασε, στον "Νεκρόδειπνο" δηλαδή και στο "Χρονικό" ¯ ορόσημα στην ποίηση και στην αυτογνωσία μας.
4. Είναι λάθος (το έχουμε διαπράξει πολλοί) να βλέπουμε στην ποίηση του Σινόπουλου σταθμούς - η εποχή του Έλιοτ κ.λπ. Είναι μια ποίηση εν προόδω, "μια Νέκυια εν προόδω", όπως γράφει ο καθηγητής Γ. Π. Σαββίδης, "ή μάλλον αυτό που συντομογραφικά μπορούμε να ονομάσουμε εμπειρία του Ελπήνορα". Το ένα ποίημα περιέχει το άλλο, το επόμενο προϋποθέτει το προηγούμενο. Χωρίς το "Μεταίχμιο" (1951) δεν μπορεί να υπάρξει ο "Νεκρόδειπνος" (1972). Και δεν είναι τυχαίο που το πρώτο ποίημα στο "Μεταίχμιο" επιγράφεται "Νεκρόδειπνος". Όπως δεν είναι τυχαίο που ο Ελπήνωρ του πρώτου αυτού ποιήματος είναι, (όπως αναφέρει ο ίδιος ο ποιητής), ο Φίλιππος, που τον συναντούμε στα επόμενα ποιήματά του να έρχεται και να επανέρχεται. Ο Φίλιππος, χαρακτηριστικό παράδειγμα και επιβεβαίωση αυτής της εκδοχής, εμφανίζεται πρώτη φορά στο "Μεταίχμιο" (1951), τον ξανασυναντούμε στα "Άσματα" (1953) - στο τέταρτο και στο ενδέκατο άσμα - τον βασανίζει με ένα ακέραιο ποίημα στο "Μεταίχμιο Β´" (1957), ενώ στο "Χρονικό" (1978) εμφανίζεται στο εισαγωγικό ποίημα "Καταγωγή".
5. Ποιος ήταν ο Φίλιππος και γιατί τον βασάνισε; Ο Φίλιππος, (σύγχρονο πρόσωπο, όπως αναφέρει ο ίδιος ο ποιητής), ήταν η άλλη, η ελλείπουσα συνιστώσα της ζωής του. Η παραπληρωματική. Αυτή που την απώθησε στο ασυνείδητο, που δεν την τόλμησε, και που ερχόταν στους εφιάλτες του και τον βασάνιζε.
Ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο Φίλιππος και γιατί τον βασάνισε σ’ όλη του τη ζωή; Και ποια ήταν η κούφια Λάρισα;
Το ποιος ήταν και το πώς μπήκε στην ποίησή του μας το λέει ο ίδιος ο ποιητής σε μια δημόσια εξομολόγησή του : "Ένα μεσημέρι, καλοκαίρι του 1944, με φοβερό ήλιο και ζέστη, περνώντας από το Πεδίο του Άρεως, κάθισα εξαντλημένος από την πείνα και την κούραση της Κατοχής σ’ ένα παγκάκι. Πρέπει να με είχε ζαλίσει πολύ ο ήλιος και η εξάντληση. Ξαφνικά στον άσπρο μικρό δρόμο, μες στο φως, πέρασε μπροστά μου η φιγούρα ενός φίλου μου ποιητή, που τον σκότωσαν οι Γερμανοί έπειτα από φρικτά βασανιστήρια στην Πάτρα το 1942. Ήταν ο Φώτης Πασχαλινός. Γυρίζοντας στο σπίτι μου έγραψα τον "Ελπήνορα". Αλλά εκείνο που για μένα είχε σημασία είναι πως το όραμα αυτό σφράγισε αποφασιστικά ένα μεγάλο μέρος, το μεγαλύτερο της ποίησής μου".
Το γιατί τον βασάνισε θα το καταλάβουμε άμεσα μεν αν έχουμε υπ’ όψιν μας την εξομολόγηση του ίδιου του ποιητή σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό "Διαβάζω" λίγο πριν από το θάνατό του ("λουφάξαμε στην Κατοχή...", λέει) και αν την συνδυάσουμε με την αντιστασιακή δράση του Φώτου Πασχαλινού και το θάνατό του, έμμεσα δε αλλά βαθύτερα αν συνδυάσουμε τους στίχους του Σινόπουλου για τον Ελπήνορα-Φίλιππο με δυο στίχους του Φώτου Πασχαλινού, που έχει περιλάβει στην προσωπική του ανθολογία ο Μανόλης Αναγνωστάκης.

... Η βροχή δεν είναι για παιδιά
κι ούτε και το χιόνι για παιγνίδι.

Ο Φίλιππος, το αίμα του ακούγοντας ανέβηκε τα λαμπερά βουνά. Ο Τάκης Σινόπουλος το δικό του αίμα ακούγοντας έμεινε μονάχος περπατώντας και σφυρίζοντας μέσα στην κούφια Λάρισα.
Και ποια ήταν η κούφια Λάρισα; Ίσως η Λάρισα του Εμφυλίου, ίσως ο Περισσός, όπου εγκαταστάθηκε από το 1951, και οπωσδήποτε η ζωή ενός γιατρού του Ι.Κ.Α. σε μια συνοικία και όσα αυτό συνεπάγεται για έναν ευαίσθητο άνθρωπο.
6. Ο Τάκης Σινόπουλος ήταν ποιητής του βιώματος, γιατί ήξερε πως χωρίς το βίωμα δεν υπάρχει ποίηση, υπάρχουν απλώς θεωρίες και απόψεις που έρχονται και παρέρχονται. Ο Φίλιππος ήταν το δικό του βίωμα, το μεταλλείο δηλαδή από το οποίο ανασκάπτοντας, με τον καιρό, με γνώση και με τόλμη, εξόρυξε πολύτιμο μέταλλο.
Ο Τάκης Σινόπουλος, στοιχούμενος ως προς αυτό με τον Ρίλκε, αισθανόταν πώς πετάνε τα πουλιά, ήξερε την κίνηση με την οποία ανοίγουν τα μικρά λουλούδια, ήξερε τα ποτάμια και τις πηγές τους και γνώριζε πολλές πόλεις και ανθρώπους. Όχι ως περιηγητής αμέριμνος αλλ’ ως συμμέτοχος στη ζωή τους. Και το κυριότερο, είχε παρασταθεί σε ετοιμοθάνατους, είχε ξενυχτήσει νεκρούς και ήξερε να περιμένει. Κι όταν οι αναμνήσεις του είχαν γίνει αίμα, βλέμμα και χειρονομία, 20 χρόνια μετά την εμπειρία του Εμφυλίου, ευτύχησε να γράψει το "Νεκρόδειπνο" και το "Χρονικό".
7. Θα συνοψίσω όσα ισχυρίσθηκα με λίγους στίχους του ίδιου του ποιητή.

Είδα την πλάτη που τη σημαδεύει το ντουφέκι
είδα σαράντα χρόνια ματωμένο το πουκάμισο.
Τι να ξεκαθαρίσω; τι να αποκριθώ;
*
Υπάρχει ένα φαρμάκι μέσα μου, που δεν εξαγοράζεται με τίποτε.
*
ή ας πούμε ένα προσκύνημα στη φοβερή ιστορία.

8. Γράφοντας αυτά που παραπάνω ανέφερα είχα τον φόβο ότι κάνω μια πολύ προσωπική ανάγνωση του ποιητή, ότι τον φέρνω πολύ στα μέτρα μου. Αλλά παρηγορήθηκα και ο φόβος μου διασκεδάστηκε, όταν, διαβάζοντας ένα δοκίμιο του Σινόπουλου για τον Σεφέρη, είδα ότι τον ίδιο φόβο είχε και αυτός για τη δική του ανάγνωση. "Το έργο διαρκεί εφ’ όσον είναι άξιο να φαίνεται σε μας διαφορετικό απ’ ό,τι το θέλησε ο δημιουργός του", γράφει ο Valery και το υιοθετεί αναφέροντάς το ο Σινόπουλος.

Πηγαίνω συχνά στο σπίτι που έμενε ο Τάκης Σινόπουλος με την άχρι θανάτου αφοσιωμένη Μαρία, στον Περισσό πάντοτε, στην οδόν Τάκη Σινόπουλου (πρώην Ναζλή) 22, όπου στεγάζεται το φερώνυμο Ίδρυμα ("Τάκης Σινόπουλος - Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης"). Βλέπω το γραφείο του, την τσάντα του με τα ιατρικά ακουστικά, το κασκέτο και το μπαστούνι του. Όπως τα άφησε.
Εδώ στοχάζομαι δεν θα ξανάρθει ο Φίλιππος.
Και τα νέα παιδιά που μαζεύονται εκεί και διαβάζουν τα ποιήματά τους, πόσο μπορούν να δουν άραγε τους νεκρούς που υπερίπτανται στο δωμάτιο; Και το αίμα, το χυμένο αίμα, το σπαταλημένο."
ΠΗΓΗ: http://poeticanet.com/


Εργογραφία

Ι.Ποίηση
• Μεταίχμιο. Αθήνα, 1951.
• Άσματα (I-XI). Αθήνα, 1953.
• Η γνωριμία με τον Μαξ. Αθήνα, Οι φίλοι της λογοτεχνίας, 1956.
• Ελένη. Αθήνα, Δίφρος, 1957.
• Μεταίχμιο Β΄ (1949-1955). Αθήνα, Δίφρος, 1957.
• Η νύχτα και η αντίστιξη. Αθήνα, 1959.
• Το άσμα της Ιωάννας και του Κωνσταντίνου. Αθήνα, 1961.
• Η ποίηση της ποίησης. Αθήνα, 1964.
• Νεκρόδειπνος. Αθήνα, 1970.
• Πέτρες. Αθήνα, 1972.
• Νεκρόδειπνος και άλλα συναφή ποιήματα. Αθήνα, Ερμής, 1972.
• Το χρονικό. Αθήνα, Κέδρος, 1975.
• Ο χάρτης. Αθήνα, Κέδρος, 1977.
ΙΙ.Πεζά
• Νυχτολόγιο. Αθήνα, Κέδρος, 1978.
ΙΙΙ.Μελέτες
• Τέσσερα μελετήματα για τον Σεφέρη. Αθήνα, Κέδρος, 1984.
ΙV.Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Συλλογή 1, 1951-1964. Αθήνα, Ερμής, 1976.
• Συλλογή 2, 1965-1980. Αθήνα, Ερμής, 1980.
• Το γκρίζο φως • Και οχτώ πίνακες • Δ.Ν.Μαρωνίτης • Πρώτη ανάγνωση. Αθήνα, Κέδρος, 1982.
• Παρατηρήσεις και σχόλια πάνω στο ποίημα Το Άσμα της Ιωάννας και του Κωνσταντίνου μετά την έκδοση του βιβλίου 1 Δεκεμβρίου 1962. Μεταγραφή και φιλολογική επιμέλεια Γ.Π.Σαββίδης. Αθήνα, 1987. 1. Βλ. και Γρηγοριάδου Όλγα, « Τάκη Σινόπουλου (1951-1995)• Αυτοτελείς εκδόσεις», Μολυβδοκονδυλοπελεκητής6, περ.Γ΄, 1998-1999, σ.221-261.


Από το «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ» (1951)
Ιωάννα (απόσπασμα)



Ι
Ο τοίχος ήτανε βαρύς άσπρος κάτω τ΄ αυλάκι
με το χορτάρι και το βρώμικο νερό κι απάνω
κοντά στο φοβερό καζάνι με τη σκοτεινή φωτιά
καθόταν η Ιωάννα. Πίσω σάλευαν αλλόκοτες
κι όμορφες σκιές. Μια μια περνούσε
μπροστά κι Αυτή με τη βαριά κουτάλα
εβούταγε κι εμοίραζεν αμίλητη. Ο αγέρας
πηχτός ακινητούσε ολόγυρα. Καμιά κραυγή
δεν έσκιζε το λασπωμένο φως μονάχα
ο αβέβαιος ψίθυρος από τις σκιές που πλήθαιναν
ολοένα και γιομίζανε το χώρο εκείνο.
Κι εγώ ήμουνα στο δρόμο. Που τον γνώρισα
το δρόμο αυτό κι ανατριχιάζω τώρα
που επήξανε μέσα μου ασάλευτες οι μνήμες;
Την κοίταγα βαθιά κι αχόρταγα μα Εκείνη
βασανισμένη από μια θλίψη ολότελα θανάσιμη
δεν ένιωθε δεν πρόσεχε κι όσο κι αν αγωνιζόμουν
ποτέ το βλέμμα μου δεν έσμιξε το βλέμμα της
το καυτερό. Τριγύρα στάλαζε αγωνία πηχτή
κι αιώνια. Ξάφνου - πόσος πέρασε καιρός;
τα χείλη της σαλέψανε κι άκουσα σα να γύρισα
σε χρόνια βυθισμένα μέσα σε τόσες καταχνιές
μουρμουριστή βαθιά όλο πάθος τη φωνή της:
Φίλε μου κοίταξε τη ζωή μοιράζω με τα χέρια μου
στις σκιές τη ζωή που ζώντας την εζύγιασα
στην πλάστιγγα και βάραινε στο μέρος της φθοράς.
Ετσι μίλησε κι όρμησαν φρικιαστικές μέσα μου οι μνήμες.
Ομως παράξενο τα μάτια της δεν κοίταγαν εμένα
μόνο πέφτανε δίπλα μου σαν νάταν κάποιος άλλος
κι εκείνον έκραζε με τέτοια σκοτεινή λαχτάρα: Φίλε.
Ωστόσο τίποτα δεν σάλεψε μες στην σιγή. Καμιά
δεν έφθασεν απόκριση για Εκείνη. Τότε γύρισα
με δύναμη να ιδώ ποιος ήταν που δε μίλησε.
Κανείς. Μήτε ίσκιος, μήτε σώμα δε φαινόταν.
Ο δρόμος έρημος εγώ καταμεσής. Η Ιωάννα
τυραννισμένη από έναν πόνο οξύ είχε σκύψει το κεφάλι
κι εβούταγε κι εμοίραζε κι οι σκιές
πληθαίνανε και προχωρούσανε και διάβαιναν
αδιάκοπα μπροστά της.
Ξάφνου αναπάντεχα σαν από μιαν αόρατη θύρα
πρόβαλε ο εφιάλτης του παλιού καιρού η φριχτή της μάνα
με τα φαρμακερά στενά και ρουφηγμένα χείλη
μυξιάρα ζαρωμένη κι άπλυτη καθώς συνήθιζε
κι έσκυψε πάνω απ΄ το κορμί της Ιωάννας και την κοίταγε
καθώς εκοίταγε άπληστα το καθετί. Και τότε
τρομάζοντας βαθιά και σκοτεινά φώναξα: Ιωάννα
Ιωάννα στρίψε τα μάτια σου τα οδυνηρά σε μένα.
Δεν άκουσε. Δεν γύρισε. Κι όταν απαυδισμένος
δοκίμασα να κράξω πάλε Ιωάννα δεν επρόφτασα.
Μεμιάς σκοτείδιασε και μες στο σκότος σβήσαν όλα
κι η Ιωάννα βρέθηκε στο δρόμο και κοντά της
ένα υποκείμενο ξεφύτρωσε που κάπου τόχα ιδεί
κάποτε που τριγύριζα σε συνοικίες φονιάδων
με μούτρο πράσινο και μαύρα λιγδερά μαλλιά.
Πέρασαν δίπλα μου τα μάτια μου γυρέψανε
τα μάτια της. Δεν έστριψεν η θλίψη ολοένα
και πιο βαθιά χαράκωνε το χλωμό πρόσωπό της.
Η νύχτα έπεφτε γύρα εφιαλτική κι όταν εφτάσανε
στου δρόμου την καμπή φάνηκε κάποιος τρίτος
-κάπου τον ήξερα κι αυτόν έμοιαζε καταδότης.
Τη βάλανε στη μέση και προχώραγαν και ξάφνου
καθώς ένα βαθύ μαύρο φτιασιδωμένο φως ερχόταν
από ψηλά και χύνονταν απάνω τους η Ιωάννα
ξάφνου σωριάστηκε μα πάλε αρπάχτηκε βαριά
στον ένα απάνου κι ύστερα ρυτιδωμένη ρυπαρή
κουβάρι μαύρο ολόμαυρο χωρίς ποδάρια πιά
με δύο ξύλινα δεκανίκια τρίκλιζε και προχωρούσε
μες στο πηχτό σκοτάδι εκεί που έστριβε ο δρόμος.
Και τότες έκραξα δε βάσταξα με τρομερή κραυγή:
Ιωάννα! και σφάλιξαν τα μάτια μου κι ο νους μου θόλωσε
κι όταν πια ο αγέρας με συνέφερε που εφύσαγε
πρώτη φορά πάνω στη γη τόσο ταχύς και διάφανος
ένα αγνό φως χλιαρό βαλσαμικό στάλαζε εντός μου
βοτάνι μαγικό για μια θανατερήν αρρώστια.

Από το «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Β΄» (1957)
Αφθονη μέρα



6.30 π.μ.
Κάπου πιο εδώ στοχάζομαι θάναι τα κόκκινα νησιά.
Ελαμπε τ΄ ακρογιάλι μυτερό. Κανείς δε συμβιβάζονταν
με τις οξύτητες με τα γυμνά με τ΄ απερίσκεπτα χαμόγελα.
Τα πρόσωπα χανόνταν απ΄ τα μάτια μου -
δεν ήμουν σίγουρος - σ΄ ένα σκοτάδι με κοιλότητες.
Ο ήλιος ήρθε μακρύς μακρύς κατάπινε όλο το τοπίο.
Υστερα πνίγηκε χορτάτος στη φωτιά
με μια σπουδαία κίνηση. Τότε μεμιάς κολύμπησα
κι εβρέθηκα γυμνός πάνω στους ώμους της αυγής.
8.30 π.μ.
Ηρεμη λησμονιά. Σίγουρο λίκνισμα στην ύλη
πρώτη φορά ιδωμένη σήμερα σε τόσο φως. Ο δρόμος
αίθριος άνοιγε τη διχάλα του περνούσαν ίσκιοι.
Μετά από τόση ταραχή κόσμος περιστρεφόμενος
γύρω από το νερό. Αρμολογημένη η σάρκα μου
με τα κατάλοιπα της νύχτας και με τ΄ αρχικά
στοιχεία της σύνθεσής μου ισοδυναμεί με 8.30΄.
Αρχίζοντας πάντα τελειώνουμε την ώρα τούτη -
συγκέντρωση και διασπορά ένα νόμισμα με δύο πλευρές.
2.30 π.μ.
Α, προπαντός δροσιά! Και στόχαση μέχρι θανάτου.
Ο θάνατος και το νερό γεννήθηκαν την ίδια μέρα.
Κι εγώ είμαι εδώ για να μιλώ να γίνομαι ορατός.
Τα σώματα που με βασάνισαν λάμπουν εξόριστα έξω.
Μα το δικό μου τόκλεισα στων γεγονότων τη σειρά
και το λησμόνησα. Το βρέχουν όμως τα όνειρα. Και πρέπει
με κάθε τρόπο να κωπηλατήσω. Να υπολογιστεί
το ανέβασμα και το κατέβασμα από τ' άλλο μέρος
του σκοταδιού - σωσίβια και στόχαση περί θανάτου.
Α, προπαντός δροσιά και στόχαση περί θανάτου.
Κι ύστερα ας κρατηθούν ψηλά τα λόγια που επιπλεύσανε.
8.30 π.μ.
Ζήσε ξανά την όρασή σου την ακοή σου την αφή σου και τη γεύση
σου.
Ξανά από την αρχή από την πρώτη νύχτα που γεννήθηκαν.
Γιατί το ξέρεις μέρα δεν υπάρχει είναι το δόλωμα
για να γλιστρήσεις πάλι προς τη νύχτα να αιχμαλωτιστείς
απ' την παγίδα τούτη που σε σφίγγει κι είναι η μοίρα σου.
Καμιά ξεκούραση και περισυλλογή καμιά δε σου προσφέρεται
όπως μετατοπίζοντας το παρελθόν και το παρόν μέσα στο μέλλον σου
οι αισθήσεις σου έρχονται ξανά γυμνές και τερατώδεις έννοιες
αχόρταγες η αφή σου η γεύση σου η όραση κι η ακοή σου.
12.30 μ.μ.
Η λάμπα με φωτίζει απ΄ τόνα μέρος και τα πρόσωπα
στο βάθος θορυβούν φοβούνται τα όνειρα δε συμμετέχουν.
Τεμαχισμένος γύρεψα να μπούνε στη σειρά να γαληνέψουν.
Θα ξανασυνδεθώ μαζί σας είπα όταν θα με πλημμυρίσει η αυγή.
Τώρα ανεβαίνουν μέσα μου και κατεβαίνουν τούτοι οι αμίλητοι
φρουροί που με φωνάζουν άγγελο και δαίμονα.
Ετσι διαχωρισμένος δεν μπορώ. Τα λάθη με πεθαίνουν.
Ακίνητος κοιτάζω το αίμα μου ν΄ ανάβει σιγανές πυρές
και ξάφνου να φωτίζονται φρικιαστικά ενδεχόμενα. Και δεν αντέχω.
Η ανάσα μου πνιγμένη από αριθμούς προσθήκες και σβησίματα
πρέπει να ξαναβρεί τους πνεύμονές μου ορθούς όταν ξυπνήσει.

Από τη «ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΣΤΙΞΗ» (1959)
Το σώμα και το μηδέν



Ονειρο διπλωμένο στ΄ όνειρο
η μέρα στάχτη η νύχτα τίποτα
η πέτρα που σκοντάφτεις και ξυπνάς
σιγά σιγά τα βήματα σε πάνε ως τα βουνά
φεγγάρι ασύγκριτο
περνώντας των δασών τα αινίγματα
τις αίθουσες των δέντρων.
Ναι μοναξιά
κι ένα κορμί
γεμάτο με ησυχία και μηδέν.

Από τις «ΠΕΤΡΕΣ» (1972)
Απολογισμός



Τι μας περίσσεψε απ΄ το σκηνικό; Το κάθισμα και τ΄ άλλο
κάθισμα, η απότομη στροφή του αέρα.
Ή, ας πούμε, ο μακαρίτης ήλιος με τα τζάμια του και τα
πουλιά του.
Πως προχωρούμε και συγκατανεύουμε, ναι, θα συναντη-
θούμε κάποτε, θα σε θυμάμαι.
Ο,τι μετακινείται, ό,τι περνάει δίχως ν΄ ακούγεται, μόλις
ακούγεται μέσα στις λέξεις.
Μεταστροφές, επαναλήψεις, χάσματα, η παραίτηση, προ-
πάντων η παραίτηση.
Εκείνο που έφυγε δίχως να φύγει, ο τοίχος ανασαίνει, η
πέτρα έχει σκιά, τ΄ αγκάθι έχει φεγγάρι,
ο φτωχός θησαυρός απροστάτευτος απ΄ τα δόντια του δά-
σους,
η μικρή ξεχασμένη κοιλάδα στη σκάφη της σιωπής, με μια
στάλα μαύρο νερό.
Τι νομίζεις λοιπόν πως μας έχει απομείνει;

Από τον «ΝΕΚΡΟΔΕΙΠΝΟ» (1981)
Tο τραίνο



Δεν τα κατάφερνε να κοιμηθεί, ζέστη του κερατά, και-
γότανε το μεσημέρι, η κάμαρα μία κόλαση, πλάγιασε
πάλι, απέναντι η Φανή,
το μάτι της Φανής ασάλευτο στο κάντρο, χρόνια δε-
καεφτά που πέθανε, κι όξω απ΄ την κάμαρα ο σταθμός,
σακατεμένες μηχανές βουλιάζοντας στο σίδερο.
Τραίνο στις 12, τραίνο στις 3, τραίνο στις 4 και τέ-
ταρτο, τότε το τραίνο κίνησε νυστάζοντα, κι άκουγες
τους αρμούς τα κόκαλα, τροχοί και κόκαλα, κι από τα
σπίτια πίσω ο μέγας ουρανός, κι από τα δέντρα πίσω
ο μαύρος ουρανός, το τραίνο παίρνοντας
την κατηφόρα, χώματα ξερότοποι, κι αυτός σκυμένος
στο παράθυρο, μήτε ήρθε στο φυλάκιο της στροφής
εκείνη η ανώνυμη γυναίκα, στάχτη κι ερημιά το μού-
τρο της, να σύρει τη βαρειά αλυσίδα, ο δρόμος ανοιχτός
και η άσφαλτο, κι ο σκύλος μήτε σάλεψε, χωμένος στη
γαρουφαλιά, το τραίνο παίρνοντας
την άλλη κατηφόρα, ίσια γραμμή, δεξιά το πεύκο βύ-
ζαινε το φως, και κάτω δέκα μέτρα η θάλασσα, σωστό
γυαλί στον ήλιο αστράφτοντας, η αρμύρα από τη θά-
λασσα, κι ο λίγος άμμος, το νερό σε μια φανταστική
συνέχεια, ο λίγος άμμος το κορμί του καίγοντας, στον
ήλιο καίγοντας.
Ετσι γυμνός ανάσκελα, χωμένος μες στο καλοκαίρι,
βούιζε το κεφάλι του, γιομάτο κυπαρίσσια και τζιτζί-
κια το κεφάλι του πριζότανε.
Χιλιάδες σπίθες στο εσωτερικό και σκοτεινιά κι αντί-
λαλοι, κι όξω στον άμμο ένα μεγάλο φως, πλατύ χω-
ράφι αθέριστο, γιομάτο φως, κι εκείνος,
έτσι πρησμένος και γυμνός, ανάσκελα, σε τούτη την
απίστευτη εκμηδένιση, το μάτι του άδειο γράφοντας
τα γεγονότα τ΄ ουρανού, τα κυπαρίσσια ακίνητα και
μια σειρά πουλιά, μαύρα, λοξεύοντας,
χιμώντας πάνω στο κουφάρι του, με πείνα αρπάζοντας
τα σπάραχνα, σκουντώντας τόνα τ΄ άλλο, κράζοντας,
και τρώγανε ανυπόμονα κι ακούγονταν μέσα στο φως
οι φοβερές φτερούγες που χτυπούσανε.
Κατέβηκε παντού η σιωπή.
Κατέβηκε με τ΄ άροτρο ο Θεός.
Ασπρο το ρούχο του, πελώριος έκατσε, κι έκατσε δίπλα
στο σκαμνί, τα ρούχα του τον άμμο σκοτεινιάζοντας,
και φαρδύ του χέρι εσκάλισε, τ΄ άσπρα του δά-
χτυλα κοσκίνισαν τον άμμο, κι ο Θεός
είπε, σηκώνοντας αργά το χέρι του, να φύγουν τα που-
λιά, κι εκείνα φύγανε, ξαφνιάστηκαν, πήραν το δρόμο
ανάμεσα στα κυπαρίσσια, εφύγανε, σκεπάσανε την ά-
κρη τ΄ ουρανού.
Κι είπε ο Θεός.
Κι ήρθε η Φανή, κατέβηκε, σκούρα κι αμίλητη στην
πέτρα του γιαλού.
Ηρθε κι ο θυρωρός κουτσαίνοντας,
ο Νίκος από το περίπτερο και το πλατύ
ποτάμι πέρα από τη Λάρισα, κι η γέφυρα ύστερα, κι ο
δρόμος όξω απ΄ την Κοζάνη, και τα πολυβόλα, κι η
κραυγή του λοχαγού στη σκοτεινή χαράδρα, ήρθε η
Φανή,
στο απέραντο νοσοκομείο, διάδρομοι και φως, και πιο
ψηλά κόκκινοι λόφοι, οι λόφοι κόκκινοι, κοκκινοκόκκι-
νοι, μαύροι καθώς ενύχτωνε και περπατούσαν με φα-
νάρια ανάμεσα στα ξύλα, βλαστημώντας το Χριστό
σας ο Ζαφόγλου κι ήρθανε
χιλιάδες έγγραφα, χαρτιά σφραγίδες και χαρτόσημα
κι υπογραφές, η επιτροπή στη σύναξη κι ο σκούρος
τοίχος πίσω τους με το σημαδεμένο χάρτη, μυγοχέ-
σματα, τσιγάρα, σκύβοντας κάτι σκυφτές φωνές.
Κι εφάνηκε απ΄ τους άμμους, περπατώντας ήσυχα, ήρ-
θε η γυναίκα στο φυλάκιο της στροφής, πήρε την α-
λυσίδα αργά, την πέρασε στο γάντζο, και το χέρι της
κομένο απ΄ τον καρπό, ξερό σαν ξύλο, κάψαλο το χέρι
της.
Και πέντε φορτηγά στην άσφαλτο σταμάτησαν, τόνα
με τ΄ άλλο, ο σκύλος τότε ανασηκώθηκε, πάνω στο
τραίνο εχίμηξε αστραπή, καθώς το τραίνο εκίναγε, κι
αρχίνισαν τα κόκαλα, τροχοί και κόκαλα, σίδερα - κό-
καλά, κι ο σκύλος τότες ούρλιαξε.
Κι εκείνος άκουσε, μέσα στη βύθιση, άκουσε.
Κι είπε να σηκωθεί, σηκώθηκε, ξανάπεσε μεμιάς.
Τον πήρε η θάλασσα, σκοτάδι χαμηλά σκοτείνιαζε και
πάγωνε από το παράθυρο, τον πήρε η θάλασσα, βρά-
χια νερό και πέτρες χάθηκαν,
η αλυσίδα, η άσφαλτο, τα πέντε φορτηγά,
τα βράχια κόκκινα, πέτρα χαλίκι κι άμμος κι ουρανός,
μονάχα ο κούφιος ουρανός.


Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

cry baby...

Από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια...με αγγίζει βαθιά...ένα τσιγάρο, μια γουλιά κρασί και χάνομαι μέσα στην αθάνατη αυτή μουσική...

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Ανοιχτή επιστολή του ποιητή Δημήτρη Ιατρόπουλου...

...στους Έλληνες τραπεζίτες, μεγαλοεπιχειρηματίες, εφοπλιστές κι αρχοντοδεσπότες
«Κυρίες και Κύριοι, αδελφοί Συνέλληνες. Τώρα που πέσανε πια όλες οι μάσκες, τώρα που η χώρα αυτή, για άλλους Πατρίδα, για άλλους χώρος επιχειρήσεων και για άλλους κερδοσκοπικός παράδεισος, κινδυνεύει όχι πλέον να πτωχεύσει αλλά να σβηστεί απ τον παγκόσμιο χάρτη κυριολεκτικά, σε ελάχιστα μονάχα χρόνια, τώρα λοιπόν που οι κατεργάρηδες μέσα κι έξω απ τον τόπο, είναι τόσοι πολλοί ώστε να μην υπάρχουν πάγκοι για να καθίσουν, ας κοιταχτούμε στα μάτια, στα ίσα, κι ας κουβεντιάσουμε σταράτα και κάθετα.
Γνωριζόμαστε όλοι σ’ αυτό τον τόπο. Εννοώ κι εσάς τους 10.000 –δεν είσαστε περισσότεροι- κι εμάς που παροικούμε την Ιερουσαλήμ της Ενημέρωσης ως ένοικοι του Δημόσιου Βήματος αυτής εδώ της τραυματισμένης Δημοκρατίας.
Δεν ωφελεί κανέναν μας πια, η Οπισθοδακτυλοκρυψία, το Συναξάρισμα, η Επαγγελματική Υποκρισία και το Αλληλοπαραμύθιασμα. Η Ελλάδα έγινε Μπατεσκυλαλεσταρία. Απευθύνομαι σ’ εσάς, -με ξέρετε όλοι, περνάτε καλά μαζί μου όταν «τα χώνω» από τηλεοράσεως, έχετε διασκεδάσει με τα τραγούδια μου, κοντά μισόν αιώνα τώρα, και σε κάποιες εξαιρέσεις σας μάλιστα, έχετε επικοινωνήσει και με τον καθαρό ποιητικό μου λόγο, κλπ.
Απευθύνομαι σ εσάς, διότι εσείς κυβερνάτε εδώ και πολλά χρόνια τον τόπο. Αγοράζετε και εξαγοράζετε επίορκους, ανίκανους και φτωχομπινέδες πολιτικούς, -οι εξαιρέσεις, πασίγνωστες και φωτεινές δεν αρκούν να τουμπάρουν τη ζυγαριά- φτιάχνετε νόμους και καθιερώνετε διατάξεις σύμφωνα με τα κλειστά δικά σας συμφέροντα, γράφοντας στα παλιά σας τα παπούτσια το λαό αυτής της χώρας. Τον οποίο συχνά πυκνά φωνάζετε να σκύψει κι άλλο και να βγάλει απ τη μύγα το ξύγκι να το καταθέσει στις ατέλειωτες τεράστιες δεξαμενές χρημάτων που είτε κληρονομικά, είτε με τη δικιά σας μαεστρία και ικανότητα, έχετε αποθηκεύσει για πολλές-πολλές γενιές των οικογενειών σας.
Απευθύνομαι σ’ εσάς γιατί δεν είσαστε όλοι παλιοτόμαρα, η συντριπτική σας πλειοψηφία έχει σπουδάσει, συνήθως στο εξωτερικό, έχετε λάβει και ελληνική παιδεία, ξέρετε γλώσσες αλλά μιλάτε και την ελληνική πολύ καλά.
Έχετε διαβάσει ιστορία και μετέχετε των παραδόσεων στο βαθμό που οι τελετές τους σας εξασφαλίζουν ένα μίνιμουμ ψυχικής ευφορίας.
Πολλοί από σας είσαστε και αληθινά φιλοπάτριδες. Και βοηθάτε μακριά από τη δημοσιότητα με συγκεκριμένο φιλανθρωπικό έργο.
Κανείς δεν δικαιούται να σας βάλει σ' ένα καζάνι όλους μαζί, έτσι απλουστευτικά και αφελώς.
Απευθύνομαι λοιπόν σ εσάς, γιατί ετούτες τις μέρες η Ιστορία μας η Ελληνική, μας χτυπάει τα τζάμια των παραθύρων, έρχεται τη νύχτα στον ύπνο μας, κυκλοφορεί αμεταμφίεστη πλέον στους δρόμους μας, τη βλέπετε βουρκωμένη να κρεμιέται σαν την πρώτη τυχούσα πουτάνα στα περίπτερα...
Κατ αρχήν, εσείς οι τραπεζίτες μας. Όπως η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδας ομολογεί, το ενεργητικό σας είναι 580 δισεκατομμύρια Ευρώ. Τα τελευταία χρόνια μονάχα, κερδίσατε 350 δις!
Κι εσείς οι επιχειρηματίες μας. Τα «Νέα» γράφανε το Μάη του 09, αυτό που αποκαλύπτει το παγκόσμιο Δίκτυο Φορολογικής Δικαιοσύνης, ότι έχετε 10.000 οφ- σορ εταιρίες δικές σας και κάνετε κάθε χρόνο τζίρο, 500 δις!
6.000 από σας χρωστάτε 15 δις ευρώ στο κράτος! Αλλά τα ρέπος σας, γίνανε τα τελευταία χρόνια 277 δις ευρώ! Και οι προθεσμιακές σας καταθέσεις στις τράπεζες είναι άλλα 136 δις!
Και το επίσημο Ενεργητικό των επιχειρήσεών σας, (τα λέει η ICAP αυτά) έχει φτάσει στα 700 δις!
Την ίδια ώρα αυτή η κυβέρνηση, έχει κιόλας ανακοινώσει τη χρηματοδότησή σας με 10 δις ευρώ μέσω του ΕΣΠΑ, με άλλα 7,2 δις ευρώ μέσω του Επενδυτικού Νόμου, με άλλα 6 δις μέσω των «Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα», ενώ άλλα 4 δις ευρώ σας τα χαρίζει για τις πληρωμές των ασφαλιστικών εισφορών που οφείλετε!
Τι άλλο θέλετε πια; ΄Ελεος!
Εσείς οι εφοπλιστές μας, πάλι, το έλλειμμα των 30 δις ευρώ για το οποίο πάμε να βουλιάξουμε έναν ολόκληρο λαό στη μιζέρια, ισοδυναμεί, («Καθημερινή» (8/9/2009)), με μια και μόνο παραγγελία σας για τη ναυπήγηση των νέων 777 ποντοπόρων πλοίων σας εντός του 2009!
Όσο για σας αρχοντοδεσπότες, με την αμύθητη περιουσία που δεν μπορεί να μετρηθεί καν, τι να πει κανείς, οι αριθμοί χλομιάζουν! Δισεκατομμύρια ευρώ, τεράστια φιλέτα της χώρας, χιλιάδες ακίνητα, κτήρια, μέγαρα, καταθέσεις, μετοχές, ΜΚΟ μαϊμούδες, λιβάδια, κοπάδια...
Λοιπόν; Τι θα κάνουμε Κύριοι; Βλέπετε ένα λαό στη συντριπτική του πλειοψηφία ολιγογράμματο, μαστουρωμένο απ τον μπανιστηρτζίδικο λαϊκισμό, και πανικόβλητο. Έχετε κι εσείς, -ξέρετε ποιοι- ευθύνη γι αυτή την κατάντια.
Βλέπετε αναρίθμητους προβοκάτορες να καταστρέφουν τα πάντα, να καίνε τη χώρα βάσει σχεδίου, να βομβαρδίζουν την όποια εναπομείνασα εθνική φυσιογνωμία, να διαλύουν τον κοινωνικό ιστό.
Βλέπετε μια νεολαία ζαλισμένη, και με το δίκιο της. Βλέπετε την ξευτίλα, την υποτέλεια, την υποταγή, η Ελλάδα κινδυνεύει για πρώτη φορά μετά από την ΄Αλωση της Πόλης με μια καινούργια Άλωση.
Θα το επιτρέψετε; Τι σόι αίμα κυλάει στις φλέβες σας; Πόσο νομίζετε ότι θα ζήσετε; Μια μπριζόλα χωράει η κοιλιά σας κι αυτή μετά από άδεια του γιατρού. Για τους απογόνους σας φροντίσατε δεν κινδυνεύουν για πολλές γενιές, τα είπαμε.
Δεν υπάρχει ανάμεσα σας ένας Έλληνας μωρέ, μια αληθινή Ελληνίδα, να βουρκώσει επιτέλους, γαμώ τα λεφτά σας, γαμώ; Η πατρίδα κυλιέται σαν τσούλα στα πεζοδρόμια, οι κωλοσύμμαχοι βγάζουνε όλα τους τα κόμπλεξ, οι ανθέλληνες περιμένουν σαν κοράκια να μοιράσουν τις σάρκες μας, κι εσείς μετράτε τι ακόμα θα κερδίστε απ’ αυτό το σαρακοφαγωμένο «νεοελληνικό» κρανίο, που πάνε να του αφαιρέσουν εντελώς τη φαιά ουσία απ την κρανιακή κάψα;
Τα παιδιά μας μισογραμματιζούμενα, οι γέροι μας πανικόβλητοι, οι ψυχές μας πεταγμένες στα πεζοδρόμια, τα όνειρά μας σκέτοι εφιάλτες, ηγέτες δεν έχουμε, πολιτικούς δεν έχουμε, πνευματικούς ανθρώπους δεν έχουμε, μαλάκες οι περισσότεροι, τελεία ο τόπος και πάμε για την παύλα.
ΥΣΤΕΡΟΛΟΓΙΟΝ:
Ε, όχι λοιπόν, όχι! Εσείς κυβερνάτε! Κάντε κάτι. Τη σκόνη μονάχα να δώσετε, σώθηκε η πατρίδα. ΄Εχετε και τον τρόπο και τη δύναμη. Κρατείστε την Ελλάδα, γιατί φεύγει! Και δεν το θέλετε ούτε εσείς, που διαβάζετε την ιστορία, να σας σκατοψυχάνε οι μεταγενέστεροι! Δώσετε στην Ελλάδα τη σκόνη από τα αμύθητα πλούτη σας, για να μην διαλυθεί η σκόνη της μνήμης σας κάποτε, στους πέντε ανέμους. Κάντε αυτό που πρέπει. Τώρα. Εσείς, και αμέσως!

Μια ανάμνηση...



21 Απριλίου 1967, 7:00 το πρωί.
Φοιτητής εγώ, δούλευα όλη την προηγούμενη νύχτα, χωρίς να κλείσω μάτι, το θέμα των «σιδηρών κατασκευών» που έπρεπε να παραδώσω την ημέρα αυτή. Η σπιτονοικοκυρά μου έφυγε για το μεροκάματο της ημέρας. Σε 5 λεπτά χτύπησε το κουδούνι του θυροτηλέφωνου της πολυκατοικίας και μου είπε:
- Γιάννη, έγινε δικτατορία.
Την απέπεμψα οργισμένος για την ανοησία της.
Στην αντίδρασή μου αυτή συντέλεσε η κόπωση από το ξενύχτι αλλά και διότι ψιθυριζόταν μεν η επερχόμενη δικτατορία απ’ τους παλατιανούς στρατηγούς, όμως υπερίσχυε στην κοινή γνώμη, όπως και σε μένα, ο ενθουσιασμός για την επικείμενη νίκη του δημοκρατικού λαού στις εκλογές. Δεν την πίστεψα και εκείνη έφυγε για να ξαναγυρίσει λίγα λεπτά μετά και πάλι απ’ το θυροτηλέφωνο μου είπε;
- Γιάννη, έγινε δικτατορία, το γράφουν και οι εφημερίδες!
Για να την ξεφορτωθώ, της είπα να μου φέρει μια εφημερίδα. Σε τρία λεπτά μου έφερε την «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» που σε 8στηλο τίτλο έγραφε, «Έρχεται ο Αρχηγός της Νίκης», δηλαδή ο Γεώργιος Παπανδρέου. Μετά δυο μέρες θα μιλούσε σε προεκλογική συγκέντρωση στη Θεσσαλονίκη ο αρχηγός της Ένωσης Κέντρου. Η καημένη η σπιτονοικοκυρά μου δεν γνώριζε γράμματα, δεν μπορούσε να ξέρει τι γράφει η εφημερίδα και για να με πείσει ότι έγινε δικτατορία, σκέφτηκε αυτό το επιχείρημα, ότι τη δικτατορία την ανήγγειλαν οι εφημερίδες!
Φυσικά, όταν είδα τον τίτλο της «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ», την απέπεμψα βιαίως, αν μη το άλλο μού έτρωγε το λίγο χρόνο που είχα ακόμα για να παραδώσω την εργασία μου των σιδηρών κατασκευών στην Πολυτεχνική Σχολή Θεσσαλονίκης.
Μετά από λίγο όμως, η Κατίνα (αυτό ήταν το όνομα της σπιτονοικοκυράς μου) μου ξαναχτυπά το θυροτηλέφωνο και μου λέει:
- Γιάννη, τανκς στο δρόμο!
Τότε μούδιασα γιατί σκέφτηκα ότι , καλά, η Κατίνα άκουσε μια ανοησία ότι έγινε δικτατορία και έσπευσε να μου τη μεταφέρει, για να με πείσει μου έφερε τη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ που τάχα έγραφε για τη δικτατορία (αλλά όμως έγραφε άλλα). Όλα αυτά στο μυαλό της και στην άγνοιά της. Αλλά όμως τα τανκς δεν μπορεί παρά να τα βλέπει. Τότε κατέβηκα από το σπίτι μου, δωμάτιο σε διαμέρισμα στην οδό Δαγκλή 21 και προχώρησα στην οδό Βασιλίσσης Όλγας. Εκεί, πραγματικά, είδα τα τανκς από την αρχή της οδού μέχρι το Πανεπιστήμιο. Γύρισα σπίτι και άνοιξα το ραδιόφωνο. Εμβατήρια και συνθήματα για την «εθνοσωτήρια επανάσταση». Βγήκα στη βεράντα του σπιτιού μου και θυμάμαι ν’ ανοίγει ένα ένα παράθυρο (ήταν πρωί κι ο κόσμος ξυπνούσε), και τους γείτονες με μια μάσκα ανησυχίας και τρόμου.
Η δικτατορία ήταν γεγονός, η Κατίνα είχε δίκιο…
Ήμουν τότε πρόεδρος του Συλλόγου Φοιτητών της Πολυτεχνικής Σχολής. Σκέφτηκα ότι θα γίνονταν συλλήψεις και ήταν λογικώς αναμενόμενο στις συλλήψεις αυτές να περιλαμβάνονταν και οι συνδικαλιζόμενοι φοιτητές. Περίμενα σπίτι μου την εξέλιξη των γεγονότων όταν ήλθε ένας φίλος συμφοιτητής που σκέφτηκε το ίδιο και με παρακάλεσε να πάω σπίτι του για να μη με βρουν. Πήγα και θυμάμαι τα μπλόκα στους δρόμους από ομάδες στρατιωτών και το ημιυπόγειο διαμέρισμά του στον ακάλυπτο μιας πολυκατοικίας. Θλιβερό φόντο η καταχνιά της Θεσσαλονίκης, ο ακάλυπτος χώρος της πολυκατοικίας με τον ψηλό μεσότοιχο, τα εμβατήρια.
Το βράδυ της επομένης τηλεφώνησα στην Κατίνα αν με ζήτησε κανένας. Μου είπε όχι (δεν ήταν τόσο οργανωμένοι όσο νόμιζα, οι δικτάτορες) και γύρισα σπίτι μου.
Με το συνάδελφό μου εκείνο κλείσαμε ραντεβού πριν από λίγες ημέρες κάπου στην Αθήνα. Διαπιστώσαμε ότι στεκόμαστε δίπλα περιμένοντας ο ένας τον άλλο, χωρίς να αναγνωριστούμε. Όταν συνειδητοποιήσαμε ο ένας την παρουσία του άλλου αγκαλιαστήκαμε και κλάψαμε. Βλέπετε, στις 21 Απριλίου 1967, είμαστε νέοι, έτσι θυμόμασταν ο ένα τον άλλο, και πώς να αναγνωριστούμε ύστερα από 43 χρόνια που πια μπήκαμε στο χειμώνα της ζωής μας…

"Μάθημα ιστορίας"...21 Απριλίου 1967...



Έβραζε η Ελλάδα. Οι εκλογές που θα γίνονταν σύντομα, θα έβγαζαν θριαμβευτή το Γεώργιο Παπανδρέου και την Ένωση Κέντρου, κόντρα στη θέληση του παλατιού και τη βία που είχε προηγηθεί επί κυβέρνησης ΕΡΕ. Η δολοφονία του Λαμπράκη, ο Ανένδοτος, τα Ιουλιανά,
η Αποστασία είχαν διεγείρει το δημοκρατικό φρόνημα του λαού και η ήττα της συντηρητικής παράταξης στις επερχόμενες εκλογές ήταν βέβαιη.



Η δικτατορία δεν αιφνιδίασε, χρόνια έτρωγε ο ΙΔΕΑ τον στρατό. Οι απριλιανοί συνταγματάρχες κατέλαβαν τη χώρα και την έπνιξαν. Στόματα έκλεισαν, κορμιά κομματιάστηκαν, χαφιέδες και προδότες μεσουράνησαν, βασανιστές καταδιασκέδασαν τις διαστροφές τους...επτά χρόνια φίμωσης, επτά χρόνια αγώνων, επτά χρόνια αδιαφορίας...για τον καθένα μας που ζούσε τότε, ό,τι από τα παραπάνω αναλογεί. Ας αναλογιστούμε και οι ζώντες τότε και οι μετέπειτα γεννηθέντες, τόσοι αγώνες, τόσο αίμα, τόσος φόβος, τόσο σκοτάδι παντού...τι μας έμαθαν όλα αυτά; πού φτάσαμε και γιατί ευνουχιστήκαμε τόσο πολύ; Χάσαμε την τόλμη μας και την αρετή μας μάλλον...(για να μη μιλήσω για εθνική αξιοπρέπεια) κι έτσι πιό πολύ τώρα, είναι επίκαιρος ο στίχος του Κάλβου, "ΘΕΛΕΙ ΑΡΕΤΗΝ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗΝ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ"...




(Ντροπή...ντροπή που ανεχόμαστε ακόμα τέτοια ελεεινά γλοιώδη υποκείμενα)



Δεν ξεχνάμε...δεν πρέπει να ξεχνάμε...κανείς λαός δεν επιβιώνει μέσα στη λήθη της ιστορίας του.

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Από τους τουρκικούς "χαβαλέδες"...



Διάβασα αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο στην εφημερίδα ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ του Ηρακλείου και στη συνέχεια το βρήκα στο συνημμένο σύνδεσμο.

Μια ιστορία ευρωπαϊκής «κερδοσκοπίας» του 19ου αιώνα!

Από τους τουρκικούς "χαβαλέδες" του 1860 στα ελληνικά ομόλογα του 2010!

"Το ζήτημα των ελληνικών τραπεζών". Μ' αυτόν τον τίτλο κωδικοποιήθηκε μια ιστορία χρηματοπιστωτικής "κερδοσκοπίας" του 19ου αιώνα. Πρωταγωνιστές ήταν από τη μια πλευρά η καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι Έλληνες Κωνσταντινουπολίτες πιστωτές της και τα
μεσογειακά τραπεζικά τους δίκτυα και από την άλλη η Κρατική Τράπεζα της Γαλλίας (Banque de France). Η εξέλιξη της υπόθεσης απείλησε, μάλιστα, να "τινάξει στον αέρα" την ευρωπαϊκή οικονομική σταθερότητα, κάτι που τελικά αποφεύχθηκε, με αμφίπλευρες υποχωρήσεις και "ρεαλιστικούς" συμβιβασμούς.
H Κεντρική Τράπεζα της Γαλλίας (Banque de France) είχε περιέλθει, το 1860, περίπου στη θέση της... Lehman Brothers παραμονές της κατάρρευσής της. Τα "τοξικά" χρεόγραφα που είχε ενεχυριάσει, μέσω ενός εκτεταμένου χρηματοπιστωτικού δικτύου ελληνικών συμφερόντων, με έδρα την Κωνσταντινούπολη και με "πλοκάμια" σε όλη τη Mεσόγειο, προέρχονταν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο "μεγάλος ασθενής" χρειαζόταν ολοένα και περισσότερα κεφάλαια για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους του, τα οποία παρείχαν αφειδώς, με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, ιδιώτες πιστωτές, κυρίως ελληνικά και εβραϊκά τραπεζικά δίκτυα της Πόλης. Οι τελευταίοι εξασφάλιζαν ρευστότητα από τους συνεργάτες τους στη Μασσαλία, που είχαν πρόσβαση στην Τράπεζα της Γαλλίας. Οι οίκοι αυτοί δάνειζαν με υψηλό επιτόκιο και με κίνητρο το μεγαλύτερο κέρδος.
Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Πόλης ήταν ταυτόχρονα και εμπορικοί οίκοι, προμηθευτές του οθωμανικού Δημοσίου και του στρατού. Αφού αντλούσαν τα χρήματα από τη διατραπεζική αγορά της Δύσης και δάνειζαν τον Σουλτάνο, ένα μέρος αυτών των χρημάτων μετά τον δανεισμό επέστρεφε στα ταμεία τους, μέσω των πληρωμών του οθωμανικού Δημοσίου για προμήθειες (εξοπλισμούς, πρώτες ύλες κ.λπ.). Όταν οι συναλλαγματικές, που είχαν εκδοθεί επ' ονόματι των οθωμανικών τίτλων έληγαν, οι τραπεζίτες τις αντικαθιστούσαν με νέες εκδόσεις και ο δανεισμός συνεχιζόταν απρόσκοπτα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα για τη ροή του δανεισμού, μας δίνει η επίκουρη καθηγήτρια Νεότερης Ιστορίας Άννα Μανδυλαρά, μεταφέροντας ένα απόσπασμα από τα ιστορικά αρχεία της Τράπεζας της Γαλλίας.
"Σωτήριον έτος 1861. Ο έμπορος και προμηθευτής του Οθωμανικού στρατού Φάλανγκας μεταβίβασε στον πιστωτή του, έμπορο Κούπα, έναν οθωμανικό τίτλο (χαβαλέ) ώστε να χρησιμοποιηθεί ως εγγύηση στην ανεύρεση συναλλαγματικών πληρωτέων στη Γαλλία, ή στο Λονδίνο. Ο Κούπας, την επόμενη μέρα, μεταβίβασε τον τίτλο στον έμπορο της Πόλης, Ευαγγέλη Μπαλτατζή. Ο Ευαγγέλης Μπαλτατζής προμηθεύτηκε, από επτά τραπεζίτες της πόλης, συναλλαγματικές πληρωτέες στη Μασσαλία και το Λονδίνο, με οπισθογράφηση των εν λόγω τραπεζιτών, επ' ονόματι του οθωμανικού τίτλου. Οι συναλλαγματικές είχαν εκδοθεί επί των Ελλήνων τραπεζιτών της Μασσαλίας, οι οποίοι τελικά τις προεξόφλησαν στην Τράπεζα της Γαλλίας. Οι συναλλαγματικές τελικά διαμαρτυρήθηκαν...".
Η υπερσυσσώρευση επισφαλών ("τοξικών" θα λέγαμε σήμερα τίτλων) στο υποκατάστημα της γαλλικής κρατικής τράπεζας, στη Μασσαλία, σήμανε συναγερμό στα κεντρικά γραφεία της
στο Παρίσι. Οι ύβρεις και οι απειλές που εκτόξευαν την περίοδο εκείνη οι Ευρωπαίοι δανειστές κατά των Ελλήνων τραπεζιτών θα έκαναν πρόσφατα δημοσιεύματα να μοιάζουν με νουβέλες.

"Ράτσα δυστυχισμένη, μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς", "δόλιους" και "υποκριτές", "αγύριστα κεφάλια" με "ηθική κάτω του μηδενός", χαρακτήριζε τους Έλληνες τραπεζίτες της Πόλης, ο β' αντιπρόεδρος της Τράπεζας της Γαλλίας βαρόνος Doyen, που έφτασε εσπευσμένα στην Κωνσταντινούπολη για διαπραγματεύσεις. Αφού τούς περιέλουζε με τα χειρότερα επίθετα, σημείωνε στην αναφορά του, ότι είναι "ικανοί να μας γλιστρήσουν μέσα από τα χέρια μας ή να μας σύρουν στα δικαστήρια, πράγμα που είναι το ίδιο".
Χρειάστηκαν "ρεαλιστικοί" συμβιβασμοί για να ανατραπεί το κλίμα και να προστατευτεί η ευρωπαϊκή οικονομία, με μια απίστευτη κατάληξη, λίγα χρόνια μετά το ξέσπασμα του "σκανδάλου": ο εκ των πρωταγωνιστών Ελλήνων μεγαλοτραπεζιτών (θείος του Ευαγγέλη Μπαλτατζή), που αποτέλεσαν την "πέτρα του σκανδάλου" που απείλησε να καταστρέψει την Τράπεζα της Γαλλίας, επτά χρόνια μετά, παρασημοφορήθηκε από την ίδια την Τράπεζα της Γαλλίας, ως... ευεργέτης της!
Ο τίτλος Φάλανγκα-Κούπα ήταν ένας από τους πολλούς, που κατέληξαν στο θησαυροφυλάκιο της Τράπεζας της Γαλλίας και που τελικά έγιναν δεκτοί κατ' ανάγκη, αφού μεσολάβησαν σκληρές διαπραγματεύσεις, με ύβρεις και απειλές, μεταξύ πιστωτών και οφειλετών, για να μην καταρρεύσει η τράπεζα.
Το αποτυχημένο δάνειο και η "αξιοπιστία" της Υψηλής Πύλης
H Υψηλή Πύλη συνήθιζε να εκδίδει εντολές πληρωμής ή κρατικά χρεόγραφα "χαβαλέδες", δηλαδή, ομολογίες του οθωμανικού Δημοσίου, επ' ονόματι των οποίων οι πιστωτές Έλληνες τραπεζίτες της Πόλης, αναζητούσαν ρευστότητα για να καλύψουν τον δανεισμό. Καθώς οι οθωμανικοί τίτλοι δεν είχαν εισαχθεί στο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο (ως το 1865) ήταν αδύνατη η διαπραγμάτευσή τους και έπρεπε οι δανειστές του να χρηματοδοτήσουν οι ίδιοι ή να αναζητήσουν ρευστότητα από "συγγενή" δίκτυα, στην άλλη άκρη της Μεσογείου.

Τα τραπεζικά ιδρύματα των Ελλήνων της Μασσαλίας, που ανθούσαν εκείνη την περίοδο, δέχονταν τις συναλλαγματικές των ελληνικών και εβραϊκών τραπεζών της Πόλης, που είχαν εκδοθεί με ενέχυρο τις οθωμανικές ομολογίες και αφού τις οπισθογραφούσαν, τις εξαργύρωναν με χαμηλό επιτόκιο, στο υποκατάστημα της κρατικής Τράπεζας της Γαλλίας, στη Μασσαλία. Η αλυσίδα έφερνε κέρδη για όλους. Οι Γάλλοι δάνειζαν φθηνά, οι Μασσαλιώτες κρατούσαν προμήθεια, οι Κωνσταντινουπολίτες δάνειζαν ακριβότερα τον Σουλτάνο. Η διαφορά του υπέρογκου επιτοκίου που κατέβαλε η Υψηλή Πύλη στους μεσάζοντες και του χαμηλού επιτοκίου, με το οποίο τούς δάνειζε η Τράπεζα της Γαλλίας, εξασφάλιζε καλά κέρδη για όλους.
Η ισορροπία αυτή, όμως, έμελλε να διαταραχθεί, όταν ο Σουλτάνος προσπάθησε να δανειστεί μακροχρόνια και απευθείας από άλλη τραπεζική "πηγή", πάλι από τη Γαλλία, ώστε να μπορέσει να καταβάλει μέρος του χρέους του, στους Έλληνες τραπεζίτες της Πόλης, που εκτός από δανειστές ήταν ταυτόχρονα και προμηθευτές του οθωμανικού Δημοσίου. Από το δάνειο αυτό, ο Σουλτάνος φιλοδοξούσε να δώσει μια ανάσα ρευστότητας στα ελληνικά δίκτυα της Πόλης, εκείνοι με τη σειρά τους θα πλήρωναν τους Μασσαλιώτες και αυτοί με τη σειρά τους την Κεντρική Τράπεζα της Γαλλίας, που είχε πλέον στα συρτάρια της πληθώρα συναλλαγματικών του ελληνικού τραπεζικού δικτύου.
Το δάνειο όμως ναυάγησε την τελευταία στιγμή, αποκαλύπτοντας το δραματικό σημείο της
έκθεσης της Τράπεζας της Γαλλίας απέναντι σε τίτλους, που αντιπροσώπευαν ιδιαίτερα ριψοκίνδυνες τοποθετήσεις, επειδή η κίνηση του Σουλτάνου να αναζητήσει μακροχρόνιο δανεισμό απεικόνιζε, στα μάτια των πιστωτών, οικονομική αδυναμία και έθετε σε αμφιβολία τη δυνατότητα του οθωμανικού Δημοσίου να τους καλύψει. Η υπόθεση του ματαιωθέντος δανείου, που έμεινε στην ιστορία ως "σκάνδαλο Mires" από το όνομα του διευθυντή της ιδιωτικής γαλλικής τράπεζας "La Caisse Generale des Chemins de Fer", ο οποίος προθυμοποιήθηκε να κινητοποιήσει ένα κονσόρτσιουμ πιστωτών και να το εκδώσει, κανονίστηκε μεταξύ του ιδίου του Jules Mires και Τούρκων διπλωματών, στο Παρίσι.
Αφορούσε ομολογιακό δάνειο 400.000 φράγκων το οποίο θα εκδιδόταν με επιτόκιο 6% αλλά στο 0,53 κάτω από το άρτιο (άρα, με διπλό ουσιαστικά επιτόκιο) για 36 χρόνια. Ατυχώς, στις 15 Δεκεμβρίου του 1860, ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων και πρόεδρος της εταιρίας Γαλλικών Σιδηροδρόμων de Poldana, αντιλαμβανόμενος ότι δεν υπήρχε αξιοπιστία των οθωμανικών εγγυήσεων για τη μακροχρόνια χορήγησή του, κατήγγειλε τον Mires για απάτη και μεθόδευσε τη σύλληψή του και τη ματαίωση του δανεισμού.
Τότε, η Τράπεζα της Γαλλίας διαισθάνθηκε, πίσω από το "δάνειο Mires", τις πιέσεις του δικτύου των ελληνικών οίκων να εισπράξουν από γαλλικά λεφτά, μέρος των πιστώσεών τους προς τον Σουλτάνο και συναισθάνθηκε πίσω απ' αυτό, την αδυναμία της οθωμανικής κυβέρνησης να εκτελεί ακόμη και βραχυπρόθεσμες πληρωμές. Έκρινε ότι οι οθωμανικοί τίτλοι δεν είχαν καμία αξία, διότι αφενός δεν υπήρχε μηχανισμός για να εισπραχθούν με δική της πρωτοβουλία και άμεσα, αφετέρου ήταν αβέβαιη η αποπληρωμή των χρεογράφων, ενώ από την άλλη ήδη η Τράπεζα είχε συγκεντρώσει στο χαρτοφυλάκιό της μεγάλο απόθεμα τέτοιων τίτλων. Και φοβούμενη την κατάρρευση, αποφάσισε να πάρει δραστικά μέτρα. Διέταξε τα υποκαταστήματά της (και αυτό της Μασσαλίας) να μην δέχονται συναλλαγματικές επ' ονόματι οθωμανικών ομολογιών. Μόνο που ήταν αργά.
Ο πανικός
Η είδηση προκάλεσε τέτοιο πανικό στο διατραπεζικό δίκτυο Μασσαλίας-Κωνσταντινούπολης,
που πλημμύρισε το υποκατάστημα της Τράπεζας της Γαλλίας στη Μασσαλία, με σωρεία συναλλαγματικών επ' ονόματι των επισφαλών οθωμανικών τίτλων. Ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Κρατικής Τράπεζας της Γαλλίας στη Μασσαλία, που ως τότε δεν είχε διαπιστώσει προβλήματα στη ροή του χρήματος, εξεπλάγη με την αιφνίδια και αδικαιολόγητη κατ' αυτόν αλλαγή της τακτικής του ιδρύματος και συνέχισε να προεξοφλεί επιταγές των Μασσαλιωτών.
Χρειάστηκε η αποστολή ελεγκτών από τα κεντρικά της Τράπεζας της Γαλλίας στη Μασσαλία για να τον πείσουν να μην δέχεται τις συναλλαγματικές των Ελλήνων της Μασσαλίας, αφού έως τότε ήταν οι καλύτεροι πελάτες του. Όμως, η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Η Τράπεζα της Γαλλίας είδε έντρομη τους "τοξικούς" τίτλους να πλημμυρίζουν το θησαυροφυλάκιό της. Οι επισφαλείς παρακρατούμενοι τίτλοι του υποκαταστήματος στη Μασσαλία ήδη είχαν ανέλθει σε αξία 24 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, έναντι 13 εκατομμυρίων που ήταν το εξαμηνιαίο μέρισμα όλης της τράπεζας!
Προ της διαπίστωσης αυτής, η Τράπεζα της Γαλλίας εξαπέλυσε ιδιαίτερα δυσφημιστική εκστρατεία κατά των Ελλήνων τραπεζιτών και της Υψηλής Πύλης, με απειλές και ύβρεις για να τούς αναγκάσει να πληρώσουν το χρέος τους. Οι απειλές όμως ήταν αδύνατο να πιάσουν τόπο διότι:οι οίκοι της Μασσαλίας, που είχαν ως τότε καλό όνομα, δέχθηκαν να πληρώσουν μόνο όσες συναλλαγματικές εκδόθηκαν στο όνομά τους και όχι τις οπισθογραφημένες των τραπεζών της Πόλης. Ο δε Σουλτάνος αδυνατούσε να πληρώσει άμεσα τους πιστωτές του της Πόλης για να εξοφλήσουν με τη σειρά τους τον κεντρικό δανειστή.
Έπειτα από ενάμιση μήνα σκληρής στάσης και αφού είχαν μεσολαβήσει ύβρεις και εκβιασμοί, η Τράπεζα της Γαλλίας άρχισε να συνειδητοποιεί ότι βρισκόταν με την "πλάτη στον τοίχο". Η παύση πληρωμών που είχε επιβάλει φάνηκε ότι κάθε άλλο παρά έλυνε το πρόβλημα. Χαμένοι δεν θα ήταν οι τραπεζίτες και ο Σουλτάνος, αλλά οι μέτοχοι του ιδρύματος, που είχε ανοιχθεί στους "τοξικούς" τίτλους. Με την τακτική της, ουσιαστικά επιδείνωνε την κατάσταση και εξέθετε τους μετόχους της στο χειρότερο εφιάλτη, που πάσχιζε να αποφύγει. Στη χρεοκοπία! Πώς ;
Ουσιαστικά, η Τράπεζα της Γαλλίας υποβαθμίζοντας αίφνης την... πιστοληπτική ικανότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με την εντολή της για την παύση πληρωμών, την καθιστούσε αναξιόπιστη για δανεισμό. Έπεσε δηλαδή στην παγίδα που έστησε.
Κι αυτό διότι, ή θα έπρεπε να συνεχίσει να δανείζει επισφαλώς όλο το ελληνικό δίκτυο και τον Σουλτάνο, αποδεχόμενη τους ριψοκίνδυνους οθωμανικούς τίτλους, με την ελπίδα να πάρει κάποτε τα λεφτά της και με το ρίσκο να χάσει ακόμη περισσότερα, ή από την άλλη θα ήταν υποχρεωμένη να διατηρεί στα συρτάρια της άχρηστα χαρτιά, αφού με την απόφασή της να διακόψει τη ροή του δανεισμού δυναμίτιζε και την παραμικρή ελπίδα αποπληρωμής των τίτλων, που ήδη είχε ενεχυριάσει.
Η αναφορά του ελεγκτή και β' υποδιοικητή της Τράπεζας βαρόνου Doyen, που πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να δει τι πιθανότητες έχουν οι πιστωτές να πληρώσουν, θυμίζει πολλά από το σήμερα. Και καταδεικνύει ότι η άφιξη ελεγκτών των πιστωτών στις δανειζόμενες χώρες δεν είναι σημερινό φαινόμενο.
Αφού, ο Doyen περιέγραφε σε σελίδες ολόκληρες στην αναφορά του τους οφειλέτες του ως "συρφετό" και ως ορισμό της "ανυποληψίας", προεξοφλούσε ότι η δικαστική εμπλοκή "μαζί τους, με την προοπτική, να βρεθούμε μπλεγμένοι με επτά νομοθεσίες" και "σε δικαστήρια που δεν χαρακτηρίζονται, ως προπύργια αρετής, ηθικής και εντιμότητας" δεν θα συνέφερε κανένα. Eτσι, κατέληξε σε μια ρεαλιστική πρόταση προς τους μετόχους, για τον χειρισμό της κρίσης, που έγινε τελικά δεκτή: πρότεινε, εμμέσως, να γίνουν δεκτά τα οθωμανικά ομόλογα, ώστε να ξεμπλοκάρει το σύστημα και να τονωθεί η ρευστότητα και να δημιουργηθούν προϋποθέσεις ανάπτυξης και φυσικά συνθήκες αποπληρωμής των χρεών.
"Ας μού επιτραπεί να σας απευθύνω μια τελευταία ευχή, χρησιμοποιώντας μια διάσημη αποστροφή: προτιμοτέρα η απώλεια ηθικής τινός αρχής, παρά των εκατομμυρίων μας", παραδέχεται κυνικά, στην επιστολή του προς την Τράπεζα, ο βαρόνος. Οι οθωμανικοί τίτλοι έγιναν δεκτοί τελικά από την Τράπεζα, ως τίτλοι δημοσίου χρέους, με το ίδιο επιτόκιο που είχε συμφωνηθεί και με αποπληρωμή σε τρία χρόνια, όπως ακριβώς πρότεινε ο Σουλτάνος.
* Το δημοσίευμα του ΑΠΕ-ΜΠΕ βασίζεται στο κείμενο της επίκουρης καθηγήτριας Νεότερης Ιστορίας Άννας Μανδυλαρά στο βιβλίο: "Θέματα Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας", ΕΑΠ, Πάτρα, 2008 και σε παραπομπές σε βιβλιογραφικές πηγές, με αναφορές στα αυθεντικά ιστορικά αρχεία της Τράπεζας της Γαλλίας (Banque de France).

Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

Κωνσταντίνος Καβάφης...1863 - 1933



ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ

ΣΑΝ ΕΞΑΦΝΑ, ΩΡΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤ', ΑΚΟΥΣΘΕΙ
ΑΟΡΑΤΟΣ ΘΙΑΣΟΣ ΝΑ ΠΕΡΝΑ
ΜΕ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΕΞΑΙΣΙΕΣ, ΜΕ ΦΩΝΕΣ --
ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΣΟΥ ΠΟΥ ΕΝΔΙΔΕΙ ΠΙΑ, ΤΑ ΕΡΓΑ ΣΟΥ
ΠΟΥ ΑΠΕΤΥΧΑΝ, ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΟΥ
ΠΟΥ ΒΓΗΚΑΝ ΟΛΑ ΠΛΑΝΕΣ, ΜΗ ΑΝΟΦΕΛΕΤΑ ΘΡΗΝΗΣΕΙΣ.
ΣΑΝ ΕΤΟΙΜΟΣ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ, ΣΑ ΘΑΡΡΑΛΕΟΣ,
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΑ ΤΗΝ, ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ.
ΠΡΟ ΠΑΝΤΩΝ ΝΑ ΜΗ ΓΕΛΑΣΘΕΙΣ, ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΠΩΣ ΗΤΑΝ
ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ, ΠΩΣ ΑΠΑΤΗΘΗΚΕΝ Η ΑΚΟΗ ΣΟΥ•
ΜΑΤΑΙΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΗΝ ΚΑΤΑΔΕΧΘΕΙΣ.
ΣΑΝ ΕΤΟΙΜΟΣ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ, ΣΑ ΘΑΡΡΑΛΕΟΣ,
ΣΑΝ ΠΟΥ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΕ ΠΟΥ ΑΞΙΩΘΗΚΕΣ ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΠΟΛΙ,
ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΣΤΑΘΕΡΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ,
ΚΙ ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΝ, ΑΛΛ' ΟΧΙ
ΜΕ ΤΩΝ ΔΕΙΛΩΝ ΤΑ ΠΑΡΑΚΑΛΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΠΟΝΑ,
ΩΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΠΟΛΑΥΣΙ ΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ,
ΤΑ ΕΞΑΙΣΙΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΜΥΣΤΙΚΟΥ ΘΙΑΣΟΥ,
ΚΙ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΑ ΤΗΝ, ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙΣ.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ (1911)

Daffy Duck...



ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ 1937-1943:


Date: 4/7/37
PORKY'S DUCK HUNT
Looney Tunes
Director: Avery


Date: 1/1/38
DAFFY AND EGGHEAD
Merry Melodies
Director: Avery


Date: 8/6/38
PORKY AND DAFFY
Looney Tunes
Director: Clampett


Date: 10/15/38
PORKY'S NAUGHTY NEPHEW
Looney Tunes
Director: Clampett


Date: 11/26/38
THE DAFFY DOC
Looney Tunes
Director: Clampett


Date: 12/3/38
DAFFY DUCK IN HOLLYWOOD
Merry Melodies
Director: Avery


Date: 4/22/39
DAFFY DUCK AND THE DINOSAUR
Merrie Melodies
Director: Jones


Date: 6/24/39
SCALP TROUBLE
Looney Tunes
Director: Clampett


Date: 8/5/39
WISE QUACKS
Looney Tunes
Director: Clampett


Date: 1/6/40
PORKY'S LAST STAND
Looney Tunes
Director: Clampett


Date: 5/18/40
YOU OUGHT TO BE IN PICTURES
Looney Tunes
Director: Freleng


Date: 6/21/41
A COY DECOY
Looney Tunes
Director: Clampett


Date: 8/30/41
THE HENPECTED DUCK
Looney Tunes
Director: Clampett


Date: 2/28/42
CONRAD THE SAILOR
Merrie Melodies
Director: Jones


Date: 5/2/42
DAFFY'S SOUTHERN EXPOSURE
Looney Tunes
Director: McCabe


Date: 9/5/42
THE IMPATIENT PATIENT
Looney Tunes
Director: McCabe


Date:10/24/42
THE DAFFY DUCKAROO
Looney Tunes
Director: McCabe


Date: 12/5/42
MY FAVORITE DUCK
Looney Tunes
Director: Jones


Date: 3/6/43
TO DUCK OR NOT TO DUCK
Looney Tunes
Director: Jones


Date:5/1/43
THE WISE QUACKING DUCK
Looney Tunes
Director: Clampett