Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Ηράκλειο: Άγνωστα και χαμένα μνημεία...

Το Δουκικό Ανάκτορο του Χάνδακα ( Palazzo Ducale di Candia). Σήμερα, Οικοδομικό Τετράγωνο 33!




Οι επισκέπτες αλλά και οι κάτοικοι αυτής της πόλης, κατακλύζουν καθημερινά το πιο κεντρικό σημείο του Ηρακλείου, τα "Λιοντάρια". Εκεί πίνουν καφεδάκι, τρώνε μπουγάτσες και σουβλάκια, περιδιαβαίνουν στα καταστήματα της πλατείας, χαζεύουν την κρήνη ή τρέχουν αδιάφορα για τις καθημερινές τους δουλειές. Πόσοι γνωρίζουν ότι κάποτε, στην πλατεία αυτή, δέσποζε ένα παλάτι, ένα μεγαλόπρεπο ενετικό οικοδόμημα που σήμερα, θανάσιμα τραυματισμένο, κρύβεται πίσω από τις φωτισμένες προσόψεις και τα σύγχρονα καταστήματα;



Αμέσως μετά την εγκατάσταση των Ενετών στο Χάνδακα, τα μεγαλόπρεπα κτίρια που στέγασαν τη Βενετσιάνικη εξουσία, υψώθηκαν στην κεντρική πλατεία της μέχρι τότε Βυζαντινής πόλης, που μετονομάστηκε σε piazza dei Signori, η σημερινή πλατεία Καλλεργών. Η πλατεία αυτή αποτελούσε συνέχεια της πλατείας του Αγίου Μάρκου ή πλατείας των Δημητριακών (piazza delle Biade), (σήμερα, πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου), όπου κυριαρχούσαν θρησκευτικές και κρατικές δραστηριότητες και μεγαλόπρεπα μνημεία, όπως η Βασιλική του Αγίου Μάρκου των Ενετών, οι δημόσιες σιταποθήκες και αργότερα, το 17ο αιώνα, η μνημειώδης κρήνη του Μοροζίνη, τα πασίγνωστα «Λιοντάρια». Καλοχτισμένα κτίρια κατασκευάστηκαν στην από το παρελθόν οδό πρόσβασης στο λιμάνι, που ονομάστηκε Ruga Maistra.



Από την περίοδο της Αραβοκρατίας αναφέρεται η πλατεία αυτή ως το κέντρο της πρωτεύουσας του Αραβικού Εμιράτου. Η κατοικία του Εμίρη ήταν πιθανότατα εκεί όπου κτίστηκε έπειτα το ανάκτορο του Βυζαντινού Δούκα.
Οι Ενετοί, διαμορφώνοντας την πλατεία, θέλησαν να δημιουργήσουν μια μικρογραφία της πλατείας του Αγ. Μάρκου της Βενετίας.



Στη ΒΔ πλευρά της υπήρχε το Δουκικό Παλάτι που καταλάμβανε ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο μέχρι την Piazza dei Signori (πλατεία Καλλεργών). Στη ΒΑ πλευρά κτίστηκε το 1239, ο Kαθεδρικός Ναός Αγιος Μάρκος των Βενετών. Στη νότια πλευρά είχε διαμορφωθεί το κτίριο του Voltone στα μέσα του 16ου αι., πάνω από την κύρια Πύλη του παλαιού φρουρίου (Portone, Porta Civitatis, Porta Maistra) και στη συνέχεια αυτού προς τα δυτικά, το συγκρότημα των Δημοσίων σιταποθηκών, (Fondaco) που έδωσε το όνομά του στην πλατεία. Στη θέση της Βυζαντινής Πύλης έκτισαν οι Ενετοί την επιβλητική Πόρτα, την PORTONE, πιο γνωστή ως VOLTONE. Ήταν η κατάληξη της Ruga Maistra (σημερινή οδός 25ης Αυγούστου) όταν ακόμα η πόλη περιοριζόταν μέσα στα παλιά Αραβοβυζαντινά τείχη, και αργότερα, όταν ξεχύθηκε έξω από αυτά, η Πύλη που οδηγούσε στα προάστια (βούργους).

Στη μέση της πλατείας, μπροστά από το Δουκικό ανάκτορο, κατασκευάστηκε η Kρήνη Morosini που εγκαινιάστηκε με επισημότητα το 1628, μετά την κατασκευή του μεγάλου υδραγωγείου από τον Προβλεπτή Φραγκίσκο Μοροζίνη. Η πλατεία παρέμεινε γυμνή, χωρίς δένδρα, μέχρι το α’ τέταρτο του 17ου αι. όπως φαίνεται σε μικρογραφία του Γεώργιου Κλώντζα. Η μικρογραφία αυτή μας δείχνει τη διαμόρφωση της πλατείας στα τέλη του 16ου ή αρχές του 17ου αι. Αριστερά φαίνεται η μεγάλη Πύλη. Στη συνέχεια, το τριώροφο κτίριο των σιταποθηκών. Στο κέντρο το δουκικό ανάκτορο με τα θολωτά διαμερίσματα μπροστά, τη μεγάλη βεράντα και τα διαμερίσματα του Δούκα. Στη δεξιά κάτω γωνία ένα πολυγωνικό μποτζάλε (στόμιο) πηγαδιού.



Σε μια άλλη μικρογραφία του Κλώντζα παριστάνεται στην ίδια πλατεία η λιτανεία των Καθολικών στην εορτή του Corporis Domini (Αγία Δωρεά), στο τμήμα μεταξύ του Δουκικού παλατιού και του Αγίου Μάρκου. Όλες οι επίσημες τελετές, οι πομπές και λιτανείες πραγματοποιούνταν στο χώρο αυτό.



Το Δουκικό Παλάτι, με τις ισόγειες στοές του και τους δύο ορόφους του δέσποζε στην πλατεία.




Η παλαιότερη απεικόνισή του από τον Buodelmondi το 1429, αρκετά αφαιρετική, δίνει κάποια στοιχεία που το χαρακτηρίζουν ως ένα λιτό γοτθίζον οικοδόμημα όπως και τα ανάλογα σύγχρονα ανάκτορα της Ιταλίας. Στο σχέδιο αυτό διακρίνεται μία θύρα με βόρειο προσανατολισμό η οποία, με την παραδοχή ότι η κεντρική είσοδος ήταν στην ανατολική πλευρά του κτιρίου, ήταν παράπλευρη είσοδος. Διακρίνονται ακόμα δίλοβα παράθυρα, οδοντωτή επίστεψη και πυργίσκος στη βορειοανατολική γωνία του κτιρίου

Οι κατά 160 και πλέον μεταγενέστερες απεικονίσεις του ανακτόρου από τον Γεώργιο Κλώντζα που περιέχονται στον Μαρκιανό κώδικα, δείχνουν το κτίριο με περισσότερες λεπτομέρειες, πολλές από τις οποίες μάλλον προστέθηκαν στο διάστημα των χρόνων. Στα σχέδια αυτά απεικονίζεται μεγάλο οικοδόμημα που ταυτίζεται και αυτό όπως και το προηγούμενο του Buodelmondi με τη θέση όπου τοποθετείται και στο χάρτη του στρατηγού Werdmuller του 1668.



Ο προσανατολισμός του ήταν ανατολικός, παράλληλος περίπου με την πρόσοψη του Αγίου Μάρκου. Το ανάκτορο ήταν διώροφο με μεγάλη βεράντα και μια σειρά από θολωτούς ισόγειους χώρους από τους οποίους σήμερα διακρίνονται τέσσερις και στεγάζουν διάφορα μικρά καταστήματα. Η απέναντι από τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου πλευρά ήταν πιθανότατα η κύρια όψη του ανακτόρου με μεγάλο τοξοειδή πυλώνα, τρίλοβο κεντρικό άνοιγμα με εξώστη (ηλιακό) και πλάγια, μεγάλα επίσης, τοξοειδή παράθυρα. Η πρόσοψη επιστεφόταν με οδοντώσεις ενώ στη ΒΑ γωνία του υπήρχε πυργίσκος, μάλλον σκοπιά. Δυο άλλα ανάλογα πυργοειδή κατασκευάσματα ήταν μάλλον καπνοδόχοι. Η πλευρά προς την κυρίως πλατεία αποτυπώνεται με σειρά από 8 θύρες. Πρόκειται για τους ισόγειους θολωτούς χώρους από τους οποίους, όπως έγραψα παραπάνω, σώζονται σήμερα ορατοί τέσσερις.
Μπροστά από αυτούς υπήρχε μάλλον ξύλινο υπόστεγο και πάνω από αυτό κιγκλίδωμα. Στη μέση του οικοδομήματος διακρίνεται κεραμοσκεπής χώρος που ασφαλώς ήταν η sala major ή aula auditoria (αίθουσα ακροάσεων του ανακτόρου όπου διεξάγονταν και οι δίκες). Το μεγάλο τρίλοβο παράθυρο της πρόσοψης αντιστοιχούσε πιθανότατα στην αίθουσα αυτή. Πάνω από τις οδοντώσεις της πρόσοψης φαίνεται να υπήρχε ημικυκλικό τύμπανο με στρογγυλό παράθυρο. Αυτό σημαίνει ότι η στέγη ήταν θολωτή. Πιθανόν η στέγη αυτή να είναι η περιγραφόμενη σε κείμενο του 1384 (G. Gerola, Monumenti Veneti nell isola di Creta, Τομ. ΙΙΙ, σελ. 10) ως «tectum gaibe sale palacii». Το κείμενο αυτό αναφέρεται στην ανάγκη επισκευών του ανακτόρου λέγοντας ότι η Gaiba κινδυνεύει να καταρρεύσει καταστρέφοντας και την κάτω από αυτήν ευρισκόμενη ξύλινη οριζόντια οροφή.

Ένα άλλο σχέδιο του κώδικα του Κλώντζα που παριστάνει τη μεγαλοπρεπή πομπή του ορθόδοξου και του λατινικού κλήρου με τις εικόνες τα λάβαρα και τα εξαπτέρυγα κατά την εορτή του Corpus Christi περιλαμβάνει και τμήμα της κύριας πρόσοψης του ανακτόρου. Φαίνονται και εδώ οι οδοντωτές σε σχήμα ουράς χελιδονιού απολήξεις, ο ακραίος πυργίσκος, το τρίλοβο άνοιγμα, ο τοξοειδής πυλώνας και το ένα από τα δύο μεγάλα παράθυρα της πρόσοψης. Επίσης, απεικονίζεται μικρό ξύλινο υπόστεγο ίσως για τη φρουρά του πυλώνα.

Βλέποντας τα Δουκικά ανάκτορα που σώζονται μέχρι σήμερα σε πόλεις των βενετικών κτήσεων μπορούμε ίσως να ανασυνθέσουμε τη μορφή του Δουκικού ανακτόρου του Χάνδακα. Οι ομοιότητες ειδικά του ανακτόρου στην Πιατσέντζα (Palazzo Comunale – Piacenza), του ανακτόρου στην Περούτζια (Palazzo dei Priori – Perugia) και του ανακτόρου στο Urbino με τις απεικονίσεις που έχουμε στη διάθεσή μας για το ανάκτορο της πόλης μας είναι αξιοσημείωτες. Και σε αυτά διακρίνονται οι οδοντωτές απολήξεις, ο πυργίσκος, οι ισόγειες στοές και τα τρίλοβα ανοίγματα.





Η φωτογραφία που δημοσιεύεται στο έργο του Gerola, Monumenti Veneti nell’ Isola di Creta, παρουσιάζει ένα ευρύ οξυκόρυφο τόξο. Πιθανότατα πρόκειται για το τόξο που σώζεται και σήμερα στο εσωτερικό καταστήματος, στην ανατολική πλευρά του ανακτόρου. Το τόξο αυτό αναμφίβολα αποτελεί τμήμα της κεντρικής εισόδου του ανακτόρου.



Μετά την άλωση του Χάνδακα από τους Τούρκους το ανάκτορο δωρίθηκε στον Δεφτερδάρ Αχμέτ Πασά σύμφωνα με τον Νικ. Σταυρινίδη, ενώ, σύμφωνα με τον Στέφανο Ξανθουδίδη, το Δουκικό ανάκτορο περιήλθε στην κατοχή του Τσιμπουκτζή Μπαϊράμ Εφένδη και ονομάστηκε Αγά Καπουσί.



Από τα έγγραφα του Τούρκικου Αρχείου Ηρακλείου μαθαίνουμε ότι στέγαζε το σώμα των Γενιτσάρων.
Το 1763 ο Αχμέτ Κιαμήλ Πασάς έκτισε 16 μαγαζάκια (παράγκες) μπροστά από το Δουκικό ανάκτορο που στη συνέχεια έγιναν βακουφικά δηλαδή αφιερωμένα στο τέμενος της περιοχής (τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου που μετατράπηκε σε τέμενος, το Δεφτερντάρ τζαμισί) για να νομιμοποιηθεί η κυριότητά τους, με αποτέλεσμα να περιοριστεί ο χώρος της πλατείας.



Ο Στέφανος Ξανθουδίδης, στο βιβλίο του «Χάνδαξ-Ηράκλειον», αναφέρει για το ανάκτορο: «Βρισκόταν στην πλατεία Ελ. Βενιζέλου και κατείχε το τετράγωνο όπου σήμερα οι οικίες Χατζηδάκη – Νίβα και Ν. Καστρινάκη καθώς και διάφορα γραφεία και εργαστήρια. Δέσποζε στην πλέον ιστορική πλατεία της πόλης και μαζί με την απέναντι ευρισκόμενη βασιλική του Αγίου Μάρκου, την κρήνη Μοροζίνη, την Ενετική Λέσχη (Loggia) βορειοανατολικά, το παλάτι του Αρχιστρατήγου των Ενετών βόρεια, τη μνημειώδη πύλη Voltone και το συγκρότημα του Fondaco στα νότια, αποτελούσαν το διοικητικό κέντρο της ενετικής Candia».



Στην περιγραφή του Χάνδακα αμέσως μετά την κατάληψή του από τους Τούρκους, που συνέταξε ο Εβλιά Τσελεμπί στο βιβλίο του «Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671)», σελ. 209-210, αναφέρονται γενικά τα «σαράγια»: «Υπάρχουν συνολικά τέσσερις χιλιάδες ψηλά και χαμηλά γερά σπίτια στην πόλη. Μοιάζουν με κάστρα, είναι πενταόροφα και εξαώροφα, με μπαλκόνια, παράθυρα με σιδερένια κιγκλιδώματα, σιδερένιες πόρτες και παραθυράκια μικρά σαν πολεμίστρες, Έχουν σκεπές από κόκκινο κεραμίδι και χορασάνι. Το πιο ωραίο και πιο μεγάλο είναι το σαράι του στρατηγού, που το πήρε ο Μ. Βεζίρης. Τα σαράγια του ντεφτερντάρη, του Αρχιναυάρχου, του αρχιστράτηγου, του Αγά των Γενιτσάρων, του Εμπουλχαΐρ Κετχουντά Ιμπραχήμ Πασά, του Βεζίρη της Δαμασκού Μελέκ Ιμπραχήμ Πασά, του Σαρί Χουσεΐν Πασά. Στους υπόλοιπους βεζίρηδες και μιριμιράνηδες δόθηκε από ένα σαράι για να μείνουν».



Σε τούρκικη καταγραφή του 1670 μαθαίνουμε ότι το δουκικό ανάκτορο ήταν διώροφο. Ο πάνω όροφος είχε 2 αίθουσες, 9 δωμάτια, μαγειρείο, 3 άνδηρα. Ο κάτω όροφος είχε 22 δωμάτια, στάβλο, αποθήκη, μια φυλακή, 3 δεξαμενές. Ακόμα, προς τη μεγάλη κλίμακα είχε 19 δωμάτια, 2 κρήνες, μια λέσχη, 4 αυλές, 3 φρέατα και 16 μαγαζιά.
Σε όλο το μήκος της νότιας, νοτιοανατολικής και ανατολικής πλευράς του ανακτόρου είχε δημιουργηθεί προσθήκη πλάτους από 2,5 περίπου έως και 6 μέτρων κατά την Τουρκοκρατία που στέγαζε μικρά μαγαζάκια. Πίσω από τις τούρκικες αυτές προσθήκες (16 παράγκες) που κτίστηκαν το 1763 από τον Αχμέτ Κιαμήλ, διατηρήθηκαν τα 4 ισόγεια θολωτά καταστήματα του ενετικού μεγάρου.

Είναι άγνωστο πότε ερειπώθηκε και εγκαταλείφθηκε. Το 1815 ήταν ήδη ερείπιο όπως αναφέρει ο Ζαχαρίας Πρακτικίδης στη «Χωρογραφία της Κρήτης».

Στις 5/2/1810, φοβερός σεισμός γκρέμισε τα 2/3 της πόλης και σκότωσε περί τους 3000 ανθρώπους. Ακολούθησε επιδημία πανώλους που αποδεκάτισε τους επιζήσαντες. Η πόλη ερήμωσε σε τέτοιο βαθμό που χορτάριασαν οι δρόμοι. Πιθανότατα, τότε ερειπώθηκε και το Δουκικό παλάτι.
Το 1826, το ανάκτορο έγινε βορά των οικοπεδοφάγων που άρχισαν να καταλαμβάνουν και στη συνέχεια να αγοράζουν τα έρημα τμήματά του.
Η οριστική καταστροφή του επήλθε με το σεισμό του 1856.

Μετά την αποχώρηση των Τούρκων και την ανταλλαγή των πληθυσμών, επί Κρητικής Πολιτείας, τα μουσουλμανικά κτίσματα, μεταξύ των οποίων και τα υπολλείμματα του δουκικού ανακτόρου, πουλήθηκαν ως ανταλλάξιμα σε ιδιώτες από την Εθνική Τράπεζα.



Το 1954, η Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Παιδείας, υποκύπτοντας σε πιέσεις ενέκρινε την κατεδάφισή του, τη ρυμοτόμηση και τη μετατροπή του χώρου σε πλατεία.
Έτσι, με την Y.A.27/11.54 «εγκρίνεται η κατεδάφιση των υπολειπομένων μικρών θόλων του Ο.Τ. 33 (Δουκικό Ανάκτορο)».
Για άγνωστους λόγους το μνημείο γλίτωσε την κατεδάφιση.



Από την 10ετία του 1950 μέχρι και το 1970, όλη η δυτική και τμήμα της νοτιοδυτικής πλευράς του οικοδομικού τετραγώνου ανοικοδομήθηκε, με συνέπεια το 1/3 περίπου του συνόλου του οικοδομικού τετραγώνου να έχει πλήρως αλλοιωθεί.



Η ανατολική πλευρά του οικοδομικού τετραγώνου αποτελείται από κτίρια στο σύνολό τους παλαιά, (τούρκικα και νεοκλασικά), που σήμερα στεγάζουν καταστήματα, ψησταριές και καφέ.
Μετά από κατά καιρούς αυτοψίες που έχουν πραγματοποιηθεί σε ιδιοκτησίες στη νότια πλευρά του ανακτόρου, εκτός από τους ορατούς τέσσερις θολωτούς χώρους, έχουν εντοπιστεί και άλλα στοιχεία – κατάλοιπα του μνημείου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου