Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Μενέλαος Λουντέμης


Γεννήθηκε στην Πόλη το 1912. Πέθανε στις 22 Ιανουαρίου 1977.
Δεν θα ήθελα να γράψω για τη ζωή και το έργο του, έχουν γραφτεί πολλά και δεν νομίζω πως υπάρχουν πολλοί από εμάς που δεν έχουν συγκινηθεί με τα "Ένα παιδί μετράει τ' άστρα", "Οι κερασιές θ' ανθίσουν και φέτος", «Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα»...


Θα περιοριστώ μόνο σε δυο ποιήματά του και σε ένα ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, αφιερωμένο στον "Μενέλαο"...

Μακρόνησος 1950. Διακρίνονται από αριστερά προς τα δεξιά:
Ο ηθοποιός Γ. Γιολδάσης, ο λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης, ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης, ο ηθοποιός Μάνος Κατράκης, ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος, ο λογοτέχνης Νίκος Παπαπερικλής, ο Γιάννης Ιμβριώτης και ο ηθοποιός Κώστας Ματσακάς.

Ήταν τότε που εξόριστοι στη Μακρόνησο, μετά τα ζοφερά χρόνια του εμφύλιου, ζούσαν τη στιγμή χωρίς ελπίδα, γράφοντας, νοιώθοντας, ουρλιάζοντας, πεθαίνοντας...

Απρίλης του 1955. Ο Μενέλαος Λουντέμης βρίσκεται εξόριστος στη Μακρόνησο. Ο συνεξόριστος του Γιάννης Ρίτσος στέλνει στην εφημερίδα ΑΥΓΗ το ποίημα - αφιέρωμα:

Αλήθεια Μενέλαε, πολύ βουρκωμένες οι μέρες μας.
Συννεφιάζει στα μάτια των παιδιών που κοιτάζουν το λιόγερμα
συννεφιάζει στα μάτια των μανάδων που μπαλώνουν στο κατώφλι τις κάλτσες μας
και τα χρόνια μας συννεφιάζει στο τραπέζι που λείπει ο ήλιος
του ψωμιού
συννεφιάζει στα τζάμια των σπιτιών που βλέπουν στα συρματοπλέγματα.
Ο ουρανός είναι κομμένος σε μικρά τετράγωνα απ' τα σταυρωτά κάγκελα,
ψάχνω στη συννεφιά και στη νύχτα να βρω το σπίτι σου, αδελφέ μου.
Μυρτούλα, λέω, Μυρτούλα, &

Ο πατερούλης κρυώνει, Μυρτούλα,
Μυρτούλα που είσαι σαν μπουκετάκι φως στη νύχτα της λύπης του,
Μυρτούλα που είσαι δυο σειρές μυρτιές στις όχτες της καρδιάς του,
Μυρτούλα, ο πατερούλης με την πίκρα σου φτιάχνει χιλιάδες μπουκετάκια γιασεμιά
χιλιάδες μπουκετάκια περασμένα στις πευκοβελόνες της έγνοιας του.
Τα αφήνει σιωπηλά στα φτωχόσπιτα
Τ' αφήνει στις λαϊκές ταβέρνες, στα μπαρμπέρικα με τους πικρούς συνοικιακούς καθρέφτες
Τ' αφήνει στο τραπέζι του άνεργου πλάι στο σταχτοδοχείο με τ' αποτσίγαρα του μόχθου του
Τ' αφήνει στο παγκάκι του μπαλωματή, στα πανέρια των πλανόδιων μικροπωλητών
Τ' αφήνει μπρος στο κόνισμα της ειρήνης πλάι σ' ένα κλουβί καναρίνια
Πάνω στα λιγνά γόνατα της φτώχειας
Μπροστά στη μητρόπολη της Δημοκρατίας.
Χιλιάδες μπουκετάκια γιασεμιά, σ' όλα τα σκαλοπάτια της νύχτας
- είναι τα χνάρια του για να τον βρεις Μυρτούλα.
Προχτές καθόταν μονάχος στην πέτρα.
Μαδούσε τις μαργαρίτες των άστρων και φώναζε:
Καληνύχτα ζωή, καληνύχτα. Δεν τον άκουσες.
Βουρκωμένες μέρες, βουρκωμένες νύχτες, βουρκωμένες καρδιές.
Μαύρα τα σπίτια, μαύρα, κατάμαυρα
μισόκλειστες οι πόρτες των μεγάρων.
Σε κάθε γωνιά μια λόγχη οργής. Πού είσαι, αδελφέ μας;
Ανάβω το λαδοφάναρο της καρδιάς μου και ψάχνω
Φωτίζω μια-μια τις ταμπέλες των δρόμων και τις πόρτες:
οδός Αβύσσου, οδός Αβύσσου, αριθμός μηδέν.
Όχι, δεν είναι εδώ το σπίτι του αδελφού μας,
το σπίτι του αδελφού μας είναι αλλού - πού ψάχνεις;
Μοσκοβολάει η νύχτα γιασεμί κι ελπίδα - είναι τα χνάρια σου, Μενέλαε.
Στέκω, βάζω τ' αυτί στον τοίχο του σκοταδιού, αφουγκράζομαι,
ακούω τις ανάσες των άστρων - είναι η φωνή του αδελφού μας:
Παππού Θεέ, κι άλλη βολά σε περικάλεσα στο Βερτεκόπι - δε θυμάσαι;
Είναι καιρός που με βλέπεις δίχως ρούχα, δίχως Σέικα δίχως ψωμί και δε με συμπονάς.
Ο Δροσιάδης, το γειτονάκι μου, έχει ίσαμε δέκα φορεσιές.
έχει κι ένα ψηλό-ψηλό μπαλκόνι να μας φτύνει σαν περνάμε.
Παππού, ως και στα σαλιγκάρια έδωκες στο καθένα το σπιτάκι του,
ως και στις χελώνες έδωκες στην κάθε μια την παραγκίτσα της,
μια και δεν μπορείς να δώκεις κάτι και σε μένανε
γιατί δεν με κάνεις σαλιγκάρι ή χελωνόπουλο;
Μα, όχι, παππού, δεν χρειάζεται.
Το άγριο κατσικάκι ο αδελφός μας σκαρφαλώνει τα βράχια της οργής σου.
Πηδάει ένα-ένα τα γκρεμνά της πληγής του και πάει μπροστά μαζί με τ' αδέλφια του
ν' ακουμπήσει το πυρωμένο του μέτωπο στο δροσερόν ώμο της αυγής.
Μενέλαε, σε βλέπουμε τα βράδια ν' ανεβαίνεις το βουνό με τ' αγκάθια
κουτσαίνοντας απ' το βαρύ φορτίο ενός φεγγαριού στοργής που κουβαλάς στους λιγνούς ώμους σου
και πλάι σου η Μυρτούλα μ' ένα ξύλινο καραβάκι χαμόγελο
και πλάι σου η Σέικα με τα μαλλιά από λουλουδάκια γαζίας
και παρακεί τα λουστράκια με τα κασελάκια τους γεμάτα μικρά ουράνια τόξα
να βάψουν τα πέδιλα της άνοιξης και τα φορέματα των λουλουδιών
και στα ζερβά της Μυρτούλας, το Γυφτάκι ντυμένο την Κυριακή της προσευχής σου
και στα δεξιά του το Τουρκάκι με δυο σταυρούς απορία στο λιόγερμα των ματιών του
κι η μάνα σου μ' ένα ποτήρι θάλασσα αλατισμένη απ' τα δάκρυα όλων των μανάδων
και πίσω σου οι λασπάδες με βουνά κεραμίδια στη ράχη τους για τις καινούργιες στέγες των φτωχών
στέγες κατάστιχτες απ' τις κουτσουλιές των περιστεριών και των άστρων
οι λασπάδες σου με μεγάλα στρογγυλά σταμνιά για το νερό,
το λάδι, το κρασί της παγκόσμιας αγάπης.
Τι κόσμος, Μενέλαε, κοντά σου,
μητέρες και παιδιά και πολιτείες κι αιώνες ταϊσμένοι από το ράμφος της πένας σου
θρεμμένοι από τον κόκκινο άρτο της καρδιάς σου
και τα γκαρσόνια της Αιδηψού με τις άσπρες πετσέτες στραβά στον ώμο τους
να ξεσκονίσουν απ' τη γύρη των πεύκων τα πράσινα τραπεζάκια
μιας ακροθαλασσιάς από λιακάδα λευτεριάς και ευτυχία.
Κόσμος και κόσμος κι ο Λουκάς ο "Πανοραματοποιός"
-α, ο μαγικός φακός της τέχνης σου, Μενέλαε-
ΕΔΩ, κύριοι, βλέπετε τις πυρκαϊές και τους καπνούς μιας πολιτείας
που καίγεται και λιώνει και τελειώνει
πάιντος, πάιντος, πάιντος,
κι ΕΔΩ αδέλφια, βλέπετε τη νέα πολιτεία,
ανθρώπους που σφίγγουν τα χέρια και φιλιούνται,
βουνά σιδεροδοκούς, βουνά καρπούς, βουνά στάχυα,
ζευγαράκια στα πάρκα, η Μυρτούλα μ' ένα καινούργιο λουλουδιστό φόρεμα,
πέτρινη γούρνα στη μέση της αυλής που πίνουν το νεράκι
τ' ουρανού τα σπουργίτια και οι κότες.
Τούτα τ' ανθισμένα δέντρα που βλέπετε στον ορίζοντα
είναι οι καπνοί των συντροφικών τρένων -τ' αεροπλάνα δικά μας,- έμπα,
περιστέρια, περιστέρια, περιστέρια στις ψηλές καμινάδες,
πλατιά παράθυρα σαν ανοιχτά βιβλία με φαρδύστερνους στίχους,
τραβήξου πιό κει, θα βάψεις τα πόδια σου στο μούστο της χαράς.
ΕΔΩ οι εργάτες σηκώνουν στη ράχη τους τον ειρηνικό μόχθο
σαν ένα ακορντεόν ξεχειλισμένο από εύθυμα τραγούδια
σε μια εκδρομή Σαββατοκύριακού στον πευκώνα.
ΕΔΩ ο Κρίστα μ' ολοκαίνουργια παπούτσια
και με φρέσκα μύγδαλα στις τσέπες του παντελονιού του
ΕΔΩ ο μεγάλος μας φίλος μ' έναν Απρίλη γαρύφαλλα κάτου
απ' το ματωμένο του πουκάμισο
και τα ποτάμια ζεμένα για το αγώι μας σαν άλογα.
ΕΔΩ οι σημαίες, τα τύμπανα κ' οι σάλπιγγες.
ΕΔΩ ο Νερούντα, ο Φαντέεφ, ο Χικμέτ, ο Αραγκόν,
ο Έρενμπουργκ κάτου απ' τις λεύκες της βεβαιότητας
κουβεντιάζοντας μεγάλα τριαντάφυλλα λόγια
πελώρια όνειρα ορείχαλκο
πολυώροφα ποιήματα από μπετόν, σίδερο και ήλιο
ποιήματα λαϊκές πολυκατοικίες και πανεπιστήμια και αστεροσκοπεία
ΕΔΩ, αδέλφια, βλέπετε
ΕΔΩ ανατέλλει το ψωμί
ΕΔΩ ανατέλλει ο άνθρωπος
εδώ ποτέ δεν συννεφιάζει
εδώ δεν είναι πάιντος
είναι η αρχή του κόσμου
αρχή, αρχή, αρχή
ΕΔΩ δεν είναι το παλιό "Πανόραμα"
είναι η Ζωή.
Εδώ τα πλοία αράζουν
εδώ ο μεγάλος μας Μενέλαος Λουντέμης
σεργιανάει στην προκυμαία της αξιοπρέπειας
κουβαλώντας περήφανα στους ώμους του
το φορτίο του ήλιου και την ευθύνη του
χαρούμενος
χαρούμενος
χαρούμενος
γιατί εδώ τελειώνουν τα συρματοπλέγματα
γιατί εδώ δεν είναι εντάλματα συλλήψεων
γιατί εδώ δεν διώκονται οι ποιητές που καρπίζουν τη γη
κι ανθίζουν τον αέρα.
ΕΔΩ η στοργή του λαού στεγάζει τους ποιητές του.
Εδώ είναι το σπίτι του Μενέλαου.
Όχι οδός Αβύσσου, αριθμός Μηδέν.
Οδός Ανθρώπου, αριθμός Ένα.
Δεν χρειάζεται να χτυπήσεις.
Η πόρτα ανοιχτή. Μπορείς να μπεις.
Μ' αναμμένο το φανάρι της καρδιάς μου μες στη νύχτα
φωτίζω την πόρτα σου, Μενέλαε. Σε βρήκα.
Περάστε αδέλφια. Το σπίτι του όλους μας χωράει.
Εδώ μένει ένας άνθρωπος που καίγεται απ' τον ήλιο της καρδιάς του και φωτίζει.

Μενέλαος Λουντέμης, "Είμαι καλά" (Γραμμένο στη Μακρόνησο)

Είμαι καλά, Μητερούλα... αυγή μου...
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ' τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει... Μάνα...
Τρεμούλα των χεριών...
Χρόνια που ξεφεύγεται απ' την μπόλια...
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου...
Είμαι καλά.

"Πρώτον, Σεβαστή μου..."
"Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω..." Και δεν ρωτώ τίποτα.

Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι "Είναι καλά..."
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ' τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.

"Πρώτον, Μητερούλα... Υγείαν έχω"
Και το στήθος μου φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
"Πρώτον, Μητερούλα..." Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.

Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
"Είμαι καλά".

Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω...
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα "Είμαι καλά"
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.

Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του μάθημα:
"Είμαι καλά".

Ξέρω, αχ, Μητερούλα...
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου...
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από 'δω...
"Είμαι καλά".

Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να 'ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα...
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου"
"Είμαι καλά".

Είμαι καλά... Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά... Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά... Αφού αραδιάζω στο χαρτί,
"Είμαι καλά".

Αχ, να μπορούσα να 'χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα 'χυνα στο διάστημα...
Για να 'ρχονται - κι όταν εγώ δεν θ' ανασαίνω.
Να 'ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούνε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
"Είμαι καλά".

Μανούλα εσύ... Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών...
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου...
Και διάβασε πάνω στ' άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ' την καρδιά μου:
Μάνα... Αχ... Μάνα, Μάνα...
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ' το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε κατ' απ' το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα...
Πες πως ξύπνησες απ' όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ... ησύχασε, Μανούλα.
"Είμαι καλά"
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά...

Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι' αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ' αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ' αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκροί του
ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ

Ἐρωτικὸ κάλεσμα
(ποίημα του Μενέλαου Λουντέμη, μουσική, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας)


Ἔλα κοντά μου, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τὶς φωτιὲς τὶς σβήνουν τὰ ποτάμια.
Τὶς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τὶς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Ἔλα κοντά μου δὲν εἶμαι ἄνεμος.
Τοὺς ἄνεμους τοὺς κόβουν τὰ βουνά.
Τοὺς βουβαίνουν τὰ λιοπύρια.
Τοὺς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὁ ἄνεμος.
Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητὴς
ποὺ ἀκούμπησε στὴ ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τὸ τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νὰ τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.

2 σχόλια:

  1. Υπεροχη αναρτηση...
    Υπεροχος ο Λουντεμης...
    Τι μου θυμισες..την πρωτη φορα που διαβασα το, ενα παιδι μετραει τ' αστρα!!!!!!

    Καλησπερα και καλο σαββατοκυριακο..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. :) Ευχαριστώ πολύ.
    Ακόμα, τόσα χρόνια μετά, ξεφυλλίζω τα βιβλία του...
    Να' χεις ένα υπέροχο σαββατοκύριακο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή