Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Απίστευτη σπαρίλα!
Περιμένω με αγωνία να έλθει η 20η του Οκτώβρη, να ξεκινήσω την εκπαιδευτική μου άδεια μπας και ηρεμήσω. Ίσως συνεχίσω και το γράψιμο του βιβλίου μου για την δύστυχη σαντέζα Ρόζα που έχω παρατήσει τώρα και καιρούς. Ίσως πάλι τελειώσω το άλλο βιβλίο για το ανασκαφικό έργο στο Ηράκλειο από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα. Προς το παρόν, ανεβάζω ένα μικρούλικο απόσπασμα από τη Ρόζα μου (βασικά ο τίτλος του βιβλίου είναι "Η τρικυμία των χελιδονιών"), ένα Nicola Conte, μια όμορφη φωτογραφία και λίγο Disney και πάω να χαζέψω το Sex and the City!!!
Έτσι θα ξεχάσω και την παγκόσμια ημέρα μείωσης των φυσικών καταστροφών (δηλαδή με ποιό τρόπο θα τα βάλουμε με τις φυσικές καταστροφές δεν έχω καταλάβει) τους σεισμούς και τους καταποντισμούς (θεούλη μου!) τους μετεωρίτες και τους κομήτες που μας απειλούν, τον ουρανό που θα μας πέσει στο κεφάλι, τη θάλασσα που θα μας πνίξει, τους τυφώνες που δεν ανακάλυψαν ακόμα την Κρήτη (εδώ νικάει κατά κράτος ο λίβας, πάλι καλά!).
Μήπως όσοι έχουν αναλάβει το υπέρτατο καθήκον να αποφασίζουν πότε θα γιορτάζουμε τι, να διόρθωναν λίγο αυτή τη διεθνή ημέρα και να την μετονόμαζαν σε "παγκόσμια ημέρα αντιμετώπισης των φυσικών καταστροφών" ή ακόμα καλύτερα, "Θεέ λυπήσου μας"?

"……..Πήρε να σουρουπώνει. Η Ανδρονίκη σηκώθηκε αργά απ’ την καρέκλα κι ακούμπησε το χέρι στο τραπέζι να στηριχτεί. «Τα έρμα τα πόδια μου δε με βαστούν πια», μονολόγησε και κούνησε το κεφάλι. Ένα σωρό δουλειές είχε να κάμει ακόμα. Να κλείσει τα καφασωτά, ν’ ανάψει το καντήλι, να φτιάξει ένα ζεστό να πιεί πριν πέσει για ύπνο. «Όλα δύσκολα. Όλα δύσκολα, σαν γεράσει κανείς!» σκέφτηκε και έσυρε τα πόδια προς τη μεριά του παραθυριού. Πλησίασε και άνοιξε τα τζάμια και το μικρό δωμάτιο πλημμύρισε μυρουδιές. Γιασεμί και λιβάνι και νυχτολούλουδα, να γεμίζουν οι αισθήσεις άνοιξη.
Απ’ την πλατεία του Αγίου Μηνά ακούγονταν τα χελιδόνια.
«Καλησπέρα γερόντισσα», της φώναξε η κερά Γιασεμώ από το δρόμο. «Κόπιασε να βεγγερίσουμε»
«Καλησπέρα κερά-Ανδρονίκη», όλες εν χορώ οι γειτόνισσες, παραταγμένες όπως κάθε δείλι στο σοκάκι, άλλη με το βελονάκι στο χέρι, άλλη να ξεματίζει κουκιά, άλλη να σπάει καρύδια, όλες με τις δουλειές του σπιτιού μα και με το μάτι και το χείλι απασχολημένα, μη χάσουν κίνηση, μη χάσουν είδηση σαν σε χορό αρχαίας τραγωδίας.
«θα πα να θέσω γειτόνισσες», είπε η Ανδρονίκη, «τα ποδάρια μου δεν τα νοιώθω» και άφησε το βλέμμα να πλανηθεί πέρα και πάνω από το στενοσόκακο.

Σκοτείνιαζε αργά κι ο ουρανός πάνω από το Στρούμπουλα βάφτηκε ροδοκόκκινος. Μα η Ανδρονίκη ακούνητη στο τζαμωτό. Η πονεμένη πλάτη, τα πρησμένα πόδια, τα λευκά μαλλιά σιγά σιγά ξεχάστηκαν καθώς το βλέμμα θόλωνε και οι θύμησες όλες μαζί ζωντάνεψαν. Οι ήχοι, οι μυρουδιές, τα γέλια και τα τραγούδια, οι φωνές και οι καυγάδες, το γουργουρητό των ναργιλέδων…..
Δεν ήταν η κερά-Ανδρονίκη πια, μα η Ανδρούλα η αρχοντογυναίκα, η σκερτσόζα μαχαλογκόμενα που περπατούσε και έτριζαν οι μαχαλάδες. Η Ανδρούλα η λακκουδιανή και κυρά των μπουρδέλων που κάθε βράδυ έλεγχε τι παιζόταν στα σπίτια και τους καφενέδες. Χρυσή καρδιά η Ανδρούλα μα και σκληρή συνάμα. Πώς να τα βάλεις με τους καλντιριμιτζίδες και τα μαστούρια αλλιώς, κι ας πόναγε η καρδιά της με το καθημερνό σερετιλίκι που ζούσε. Και πώς να ξεχάσεις τις νύχτες με τα μαχαιρώματα και τους καυγάδες, τους αμανέδες και τους νταλκάδες, τους σεβντάδες και τις πίκρες. Πώς να ξεχάσεις την ατμόσφαιρα εκείνη που μύριζε μπαρούτη και έρωτα, αίμα και νιότη, «μαύρο» και κρασί στους μαχαλάδες του Κάστρου!
Σφιγμένη μέσα στην παλιά φανελένια ρόμπα αφέθηκε να ταξιδέψει στους καιρούς εκείνους με νοσταλγία και πίκρα, με θλίψη και λαχτάρα για τους χρόνους εκείνους τους τόσο μακρινούς και τόσο ζωντανούς……"









Όνειρα γλυκά! :)))

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου