Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Νύχτα Σαββάτου...άπνοια, υγρασία και ζέστη. Κάθομαι στο γραφείο μου, καταμεσής της πόλης, αργοπίνοντας ένα τζιν κι ακούγοντας μουσική. Λίγο άκεφη ίσως και λίγο μελαγχολική. Λένε πως όταν αρχίσεις τις αναπολήσεις αρχίζεις να γερνάς...ισχύει άραγε? Κι όταν ανέκαθεν βυθιζόσουν στις αναπολήσεις, ανέκαθεν από γεράματα έπασχες? Μπα μπα! Απλά αναπλάθεις εικόνες, ανακαλείς συναισθήματα, αναζητάς στιγμές, λαχταράς αισθήσεις, γυρνάς και ξαναγυρνας στα μέρη που αγάπησες και που σου λείπουν και που στα έκλεψε ο χρόνος, τα βίασε η ρουτίνα, τα εξαφάνισαν οι συνθήκες αλλά ποτέ και τίποτα δεν θα τα σβήσουν από μέσα σου.


Γαλήνια θάλασσα, τόσο γαλήνια που ίσα ίσα ακούγεται το ανάλαφρο σύρσιμο του νερού στην άμμο. Διάφανη θάλασσα, τόσο διάφανη που διακρίνω το βυθό της στο φως του φεγγαριού. Καθαρός ουρανός, τόσο καθαρός που να, λίγο ν' απλώσω το χέρι θα τ αγγίξω τ' αστέρια. Ανάβω τσιγάρο και χαζεύω τη φλογίτσα, κόκκινο μέσα στο γκρι μπλε της νύχτας και της θάλασσας. Απλώνω το χέρι στην άμμο και την νοιώθω να γλυστράει και να ρέει μέσα στη χούφτα μου. Μακριά πολύ μακριά ακούγεται σαν συνεχής βοή η ζωή που τρέχει αντάμα με το αλκοόλ και τις τρελές αγκαλιές στα μπαρ και στους πεζόδρομους του χωριού εκείνου που εγώ γνώρισα πριν καν αποκτήσει ρεύμα, νερό και τηλέφωνο και πριν γεμίσει ξενοδοχεία "Μυρτώ", "Μπάμπης", "Αννούλα", "Ροδάνθη" κλπ εμπνευσμένα ενοικιαζόμενα. Η σκέψη τρέχει, κολυμπά, λυκνίζεται στο ήρεμο νερό. Στιγμές γεμάτες χαρά και τρέλα, στιγμές αλησμόνητες, στιγμές γλυκές και πικρές, στιγμές χαραγμένες ανεξίτηλα στην καρδιά μου, στη μνήμη, στο σώμα μου.
Σιγοτραγουδώ ένα παλιό τραγούδι, πολύ πολύ παλιό, ο πατέρας μου το τραγουδούσε κάθε που μ' έβλεπε να κλαίω, μικρό παιδί σαν ήμουνα,

Μοβόρο πάντοτε με λες
γιατί γελάω όταν κλαίς,
στο λέω τι συμβαίνει,
το κλάμα σ' ομορφαίνει.

Τι όμορφη που είσαι όταν κλαίς,
το δάκρυ σαν διαμάντι αργοκυλάει.
Αγάπη μου, τι όμορφα που κλαίς.
Ακόμα λίγο κλάψε και σου πάει.

Ξανά σε πρόσεξα κι εχτές,
την ώρα π' άρχισες να κλαίς
και ήσουνα, βρε φως μου
η πι'όμορφη του κόσμου.

Τι όμορφη που είσαι όταν κλαίς,
το δάκρυ σαν διαμάντι αργοκυλάει.
Αγάπη μου, τι όμορφα που κλαίς.
Ακόμα λίγο κλάψε και σου πάει.

Μοβόρο, μη με ξαναπείς
και την αλήθεια αν θες να δείς,
κοιτάξου στον καθρέφτη,
δεν θα με βγάλεις ψεύτη.

Τι όμορφη που είσαι όταν κλαίς,
το δάκρυ σαν διαμάντι αργοκυλάει.
Αγάπη μου, τι όμορφα που κλαίς.
Ακόμα λίγο κλάψε και σου πάει.

Δεν το θέλω...ειλικρινά χωρίς να το θέλω βουρκώνουν τα μάτια τώρα εδώ, με το τσιγάρο στο χέρι και το τζιν δίπλα, καταμεσής της πόλης...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου